ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι ΗΠΑ απέναντι στον ευρωσκεπτικισμό

Οι Αμερικανοί δεν πολυκαταλαβαίνουν την Ευρωπαϊκή Ενωση: τις πολύπλοκες διεργασίες της, τον χρόνο που χρειάζεται για να πάρει αποφάσεις, τα διαφορετικά θεσμικά όργανα. Οι πολιτικοί και οι τεχνοκράτες των ΗΠΑ, όμως, όσοι τουλάχιστον καλούνται να συνεργαστούν με την Ε.Ε. σε μια ευρεία γκάμα θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, ανησυχούν για την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού που αποτυπώθηκε στις εκλογές της Κυριακής για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Οπως το έθεσε ο Μπαρτ Γκόρντον, πρώην μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων, για τις παλαιότερες γενιές ιδιαίτερα η Ε.Ε. είναι ένα μαύρο κουτί, καθώς όταν μεγάλωναν, η εκπαίδευσή τους αναφερόταν μόνο στον δυτικό πολιτισμό – κάτι λογικό, αφού τότε ακόμη η Ε.Ε. βρισκόταν σε πρώιμο στάδιο. Πλέον, έχει διευρυνθεί γεωγραφικά και εμβαθυνθεί πολιτικά, αποκτώντας περισσότερες αρμοδιότητες. Μάλιστα, μεγάλο μέρος των διατλαντικών σχέσεων περνάει μέσα από την Ευρωβουλή. Για την ενίσχυση της ελευθερίας και της δημοκρατίας στον κόσμο, αλλά και για τεχνικά ζητήματα όπως η ασφάλεια των καταναλωτών και ο έλεγχος των τραπεζών, οι ευρωβουλευτές συνεργάζονται με τους συναδέλφους τους στο Κογκρέσο. Συχνά έρχονται στην Ουάσιγκτον αποστολές ευρωβουλευτών και έχουν συναντήσεις στο Κογκρέσο, όπου χτίζουν συμμαχίες και προωθούν θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Αυτό το έργο αναμένεται να αποδυναμωθεί όταν το 30% των νέων ευρωβουλευτών δεν πιστεύει στην Ε.Ε. Το μεγαλύτερο διακύβευμα είναι η διατλαντική συνεργασία για το εμπόριο και τις επενδύσεις, καθώς οι δύο πλευρές διαπραγματεύονται μια σημαντική συμφωνία για τη διευκόλυνσή τους που αναμένεται να τονώσει την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Η ΤΤΙP, όπως είναι γνωστή η υπό διαπραγμάτευση συμφωνία, δεν αναμενόταν ότι θα περάσει εύκολα από το Κογκρέσο. Τώρα όμως είναι σαφές ότι αυτό θα είναι δύσκολο και στην Ευρώπη: η συμφωνία πρέπει να εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου οι ευρωσκεπτικιστές συντάσσονται με όσους θεωρούν ότι «οι δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης» στερούν θέσεις εργασίας από το εκλογικό σώμα που εκπροσωπούν.

Ο νικητής των εκλογών στη Βρετανία, ευρωσκεπτικιστής Νάιτζελ Φάρατζ, εκτίμησε ότι οι συνέπειες θα είναι μεγαλύτερες στο εσωτερικό των χωρών, όπου η ψήφος διαμαρτυρίας θα διαμορφώσει την πολιτική ατζέντα απέναντι στην Ε.Ε. Ισως έχει δίκιο. Σίγουρα ο ευρωσκεπτικισμός είναι μια πρόκληση που πιέζει τις φιλοευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις. Ηδη κάποιοι πολιτικοί υποχωρούν σε κρίσιμα θέματα ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί που τάσσεται κατά της Συνθήκης Σένγκεν για την ελεύθερη κυκλοφορία των Ευρωπαίων πολιτών.

Τα αίτια του ευρωσκεπτικισμού, όμως, παραμένουν πολύπλοκα, δυσκολεύοντας την αντιμετώπισή τους. Σε χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, αυτά είναι συνυφασμένα με την οικονομική κρίση και τη λιτότητα. Ακόμη και σε χώρες που δεν έχουν πληγεί ιδιαίτερα από την κρίση, όπως η Γαλλία, οι ευρωσκεπτικιστές του Εθνικού Μετώπου κέρδισαν τις εκλογές αντιτιθέμενοι μεταξύ άλλων στην… ακρίβεια που έφερε το ευρώ και στη λιτότητα που αναγκάστηκε να υιοθετήσει ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ. Μια απάντηση, λοιπόν, θα ήταν η στροφή στην ανάπτυξη.

Αλλά αυτή η αλλαγή πολιτικής δεν θα ικανοποιούσε όλους τους ευρωσκεπτικιστές: το αποτέλεσμα στη Γαλλία και τη Βρετανία, όπως και τα υψηλά ποσοστά πιο ακραίων ευρωσκεπτικιστών σε Δανία, Ολλανδία, Αυστρία και Φινλανδία, έχει και μια δεύτερη ανάγνωση. Αυτή που επιχειρεί να προστατέψει την εθνική ταυτότητα απέναντι στους ξένους, είτε αυτοί είναι οι μετανάστες είτε οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών. Σίγουρα ο βαθμός του εξτρεμισμού καθενός από αυτά τα κόμματα είναι διαφορετικός, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει μια κοινή βάση εθνικισμού σε όλα. Οι Αμερικανοί δεν κατανοούν αυτού του είδους τον εθνικισμό, που συχνά συνοδεύεται από ρατσισμό και εχθρική στάση απέναντι στον «άλλον». Η επιτυχία των ΗΠΑ βασίζεται στη συνύπαρξη όλων των φυλών και την ικανότητά τους να μετατρέπουν τους διαφορετικούς λαούς σε Αμερικανούς. Τηρουμένων των αναλογιών, παρόμοια ήταν η αποστολή και της Ε.Ε.: να ελέγξει τον εθνικισμό προωθώντας μια ευρωπαϊκή ταυτότητα. Ενα στοίχημα που, με βάση τουλάχιστον αυτές τις εκλογές, φαίνεται να χάνει.