ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανέφικτη υπόσχεση και εύκολα μέτρα

Οι εκλογές για το Ευρωκοινοβούλιο δεν αναδεικνύουν νέα κυβέρνηση, αλλά είναι βέβαιον ότι καθιστούν αναγκαία μια νέα οικονομική πολιτική. Κι όπως συνήθως, η προσαρμογή της οικονομικής πολιτικής γίνεται πάλι βεβιασμένα και υπό την πίεση εκλογικών αποτελεσμάτων και πολιτικών εξελίξεων. Με τον ίδιο τρόπο που λήφθηκαν μέτρα άδικα και αναποτελεσματικά κάτω από την πίεση της τρόικας και της απειλούμενης χρεοκοπίας, κινδυνεύουμε από το ίδιο λάθος, την προχειρότητα!

Πριν από λίγα χρόνια, κάτω από το βάρος του δημοσίου χρέους, αναβαθμίστηκε η προσπάθεια επιβολής φόρων, αλλά με αδόκιμο τρόπο. Αυξήθηκαν υπερβολικά οι φόροι στα μεγάλα αυτοκίνητα, με αποτέλεσμα να πάψουν να κυκλοφορούν. Αυξήθηκαν τελικά τα έσοδα του Δημοσίου; Οχι. Ηταν απλά μια επικοινωνιακή προσπάθεια. Αρχισαν να διώκονται ποινικά, να συλλαμβάνονται και να φυλακίζονται όσοι δεν πλήρωναν οφειλές στο Δημόσιο. Κυρίως όσοι είναι αναγνωρίσιμοι ώστε να λειτουργούν ως παράδειγμα εκφοβισμού των υπολοίπων. Κι όμως οι οφειλές των φορολογουμένων στο κράτος αυξάνονται καθώς αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που συσσωρεύονται. Ενας από τους λόγους είναι οι αυστηρές ρυθμίσεις, όπως ο περιορισμός των δόσεων που προσφέρονται στους πολίτες. Στις φορολογικές υποχρεώσεις πρέπει να προσθέσουμε και τις οφειλές στα ασφαλιστικά ταμεία και κυρίως στο ΙΚΑ. Οι επαγγελματίες που βλέπουν τα έσοδά τους να μειώνονται και τις υποχρεώσεις να αυξάνονται, προτίμησαν να χρωστούν στο ΙΚΑ παρά στην εφορία. Γι’ αυτό και η πρόσφατη ρύθμιση οφειλών του ΙΚΑ συγκίνησε μόλις 11.000 οφειλέτες από τους 300.000!

Η διαρκής φορολογική πίεση και άντληση πόρων από την οικονομία είναι μια πολιτική που έφθασε στα όριά της. Δεν έχει νόημα να συνεχιστεί, όχι επειδή μόνον είναι άδικη αλλά γιατί είναι αναποτελεσματική. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, που το τραπεζικό σύστημα δεν παρέχει ρευστότητα, αφού η χρηματοδότηση προς τον ιδιωτικό τομέα μειώθηκε. Το κρίσιμο όμως στοιχείο είναι αν η προσπάθεια αύξησης των φορολογικών εσόδων περιόρισε τη φοροδιαφυγή. Αν είχε περιοριστεί η φοροδιαφυγή θα ελπίζαμε ότι με την άνοδο του τζίρου στην αγορά θα αυξάνονταν τα φορολογικά έσοδα. Ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι περιορίστηκε η φοροδιαφυγή. Αντίθετα τα καταστήματα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν σήμερα ισχυρότερο κίνητρο για να φοροδιαφεύγουν. Κατηγορίες επαγγελματιών που αμείβονται χωρίς αποδείξεις (ιδιαίτερα εκπαιδευτικών, ενοικιαζόμενα δωμάτια, φακελάκια γιατρών) περιόρισαν τα έσοδά τους επειδή δεν έχουν χρήματα οι… πελάτες. Μόλις αποκτήσουν, θα συνεχίσουν τις ίδιες (αφορολόγητες) χρεώσεις…

Η φορολογική επέλαση ήταν αναγκαία και σε κάποιο βαθμό αναπότρεπτη, αλλά στράφηκε κυρίως σε κατευθύνσεις που ήταν εύκολες. Στα αυτοκίνητα και τα κινητά που καταγράφονται, τα ακίνητα που δεν μπορούν να… μετακομίσουν, στους μισθωτούς (με «έκτακτες» εισφορές) και συνταξιούχους που έχουν φανερά έσοδα. Η πολιτική των εύκολων μέτρων τελείωσε. Τώρα θα αποδειχθεί αν η κρατική διοίκηση έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει τα δύσκολα, να περιορίσει πραγματικά τη φοροδιαφυγή και να μειώσει το φορολογικό βάρος στα φανερά εισοδήματα.

Ο στόχος αυτός έχει διατυπωθεί ως επιδίωξη στους περισσότερους κρατικούς προϋπολογισμούς των είκοσι τελευταίων ετών. Σήμερα η διαφορά είναι ότι τώρα είναι η μόνη ρεαλιστική κατεύθυνση, ενώ στο παρελθόν ήταν μια υπόσχεση, «πολιτικά ορθή» αλλά ανέφικτη.