ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηρθε και η ώρα του Πολιτισμού

Από τις συζητήσεις περί ανασχηματισμού δεν εξαιρείται το υπουργείο Πολιτισμού. Μπορεί να παραμείνει, μπορεί και όχι ο νυν υπουργός Πάνος Παναγιωτόπουλος.Το ερώτημα είναι, σε περίπτωση που μετακινηθεί, ποιος θα τον αντικαταστήσει. Αν, δηλαδή, το υπουργείο συνεχίσει να αποτελεί αποθετήριο υποχρεώσεων της εκάστοτε κυβέρνησης ή αυτή τη φορά Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ κάνουν ένα βήμα, επιλέγοντας πρόσωπα τα οποία μπορούν να ανταποκριθούν στις αυξημένες απαιτήσεις της εποχής. Αν περιοριστεί (όχι εξαλειφθεί, για να είμαστε ρεαλιστές) η αντίληψη ότι η υπουργοποίηση αποτελεί εξόφληση υποσχέσεων και οφειλών.

Το υπουργείο Πολιτισμού, ειδικότερα, χρησιμεύει χρόνια τώρα, σαν προθάλαμος εξέλιξης (για τους άρτι τοποθετηθέντες) ή χώρος για απόσυρση προς παραδειγματισμό (για τους απείθαρχους) ή λύση ανάγκης (για όσους «περισσεύουν» από την κομματική επετηρίδα και πρέπει να «βολευτούν»).

Ομως σήμερα, μετά χρόνια γκρίνιας, διαμαρτυρίας, απαξίωσης, αμηχανίας, ήρθε και η ώρα του Πολιτισμού. Η θεαματική αύξηση του τουρισμού έφερε –αναγκαστικά– την οργάνωση και λειτουργία των μουσείων στις προτεραιότητες της κυβέρνησης. Δεκαετίες τώρα, η συζήτηση για τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους σταματούσε στις προθέσεις. Τα περισσότερα από 20 εκατ. τουρίστες έκαναν, εν τέλει, τη διαφορά σε αυτήν τη χώρα, στην οποία ο πολιτισμός διαφημιζόταν ως βαριά βιομηχανία κι εκεί (στα λόγια) σταματούσαν όλα.

Το ΥΠΠΟ, στην Ελλάδα της κρίσης, καλείται, λοιπόν, εκ των πραγμάτων, να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο. Τι σημαίνει αυτό; Οτι ο υπουργός του οφείλει να γνωρίζει τα θέματα, να έχει επαφή με τη διεθνή πολιτιστική πραγματικότητα, τις απαιτήσεις που ανακύπτουν, να παρακολουθεί και να ανταποκρίνεται στις ταχύτατες αλλαγές τοπίου, που επιτάσσει η εποχή, να μην αναλώνεται σε διπλωματία εντυπώσεων, αλλά να εργάζεται σκληρά, μεθοδικά και αποτελεσματικά. Οφείλει, επίσης, να επιλέγει τους άριστους για συνεργάτες και όχι τους αρεστούς (ή αυτούς που αυτοπροωθούνται ως αρεστοί). Είθισται, όλα τα κόμματα να έχουν τους «δικούς τους» παρατρεχάμενους (και) στα θέματα του πολιτισμού. Εκείνους, δηλαδή, που κόπτονται για το καλό του ελληνικού κινηματογράφου, επί παραδείγματι, και το μόνο που επιδιώκουν είναι να προωθήσουν προσωπικά συμφέροντα. Δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Απλώς, τώρα πια, οι δημόσιες δηλώσεις όπως και οι πολιτικές επιλογές είναι πολύ ευανάγνωστες. Και η αλαζονεία (δεν ακούω, δεν βλέπω, δεν με νοιάζει) του πολιτικού προσωπικού πληρώνεται στην κάλπη.