ΑΠΟΨΕΙΣ

Oλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά για το ΔΝΤ

Οι επαφές των δημοσιογράφων που καλύπτουν το ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον με την επικεφαλής του Κριστίν Λαγκάρντ είναι περιορισμένες και συνήθως σχεδιασμένες στην παραμικρή τους λεπτομέρεια από το τμήμα Επικοινωνίας του Ταμείου. Ακόμη λιγότερες είναι οι ευκαιρίες να συζητήσει κανείς μαζί της σε μικρό κύκλο, σε αντίθεση με τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα όπου ενίοτε εμφανίζεται και τις δημόσιες συνεντεύξεις της στις εξαμηνιαίες συνόδους του ΔΝΤ, όπου κυριαρχούν οι τηλεοπτικές κάμερες. Ετσι, η ευκαιρία της ετήσιας «κλειστής» συνέντευξης Τύπου που διοργανώνει το ΔΝΤ λίγο πριν από τις θερινές διακοπές είναι πολύτιμη. Μέχρι πριν από δύο χρόνια, μάλιστα, αυτές οι συναντήσεις ήταν off the record, επιτρέποντας έναν πιο χαλαρό χαρακτήρα. Ακόμη και σήμερα, πάντως, γίνονται στην αίθουσα συνεδριάσεων που βρίσκεται δίπλα στο γραφείο της κ. Λαγκάρντ, με το ΔΝΤ να προσφέρει καφέ και κουλουράκια.

Φέτος, το θέμα που κυριάρχησε ήταν το ουκρανικό πρόγραμμα, με την κ. Λαγκάρντ να παραδέχεται ότι η χώρα θα χρειαστεί ίσως περισσότερη βοήθεια. Η στήριξη της Ουκρανίας αποφασίστηκε γρήγορα, παρά τις δυσκολίες της χώρας να εφαρμόσει παλαιότερα προγράμματα του ΔΝΤ. Πίεσε προς αυτό και η αμερικανική κυβέρνηση, που μάλιστα προσπάθησε ανεπιτυχώς να συνδέσει τη βοήθεια προς την Ουκρανία με τις μεταρρυθμίσεις στη διοίκηση του ΔΝΤ, ώστε να περάσουν από το Κογκρέσο που αντιδρά στη μείωση της επιρροής των ΗΠΑ υπέρ των αναπτυσσόμενων χωρών.

Η κ. Λαγκάρντ εκτίμησε ότι «η αποτυχία κάποιων χωρών να εγκρίνουν τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις» δεν επηρεάζει την αποτελεσματικότητα του εκτελεστικού συμβουλίου, ούτε τη δουλειά του Ταμείου. Αδραξε μάλιστα την ευκαιρία για να θυμίσει τα 70 χρόνια εξειδίκευσης και τις 188 χώρες που είναι μέλη του. Η ίδια παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι, αν και δεν είναι εμπόδιο στη λειτουργία του Ταμείου, η καθυστέρηση «δίνει τροφή σε ακαδημαϊκούς και αναλυτές» να μιλούν για υπονόμευση της αξιοπιστίας του.

Η εκτίμηση στο ΔΝΤ είναι ότι η αναπτυξιακή τράπεζα των μεγάλων αναπτυσσόμενων χωρών BRICS που ανακοινώθηκε τον περασμένο μήνα σχεδιάζεται χρόνια και δεν έχει σχέση με την καθυστέρηση αλλαγής των ποσοστώσεων υπέρ τους στο ΔΝΤ. Θεωρείται δε ότι το ταμείο έκτακτης βοήθειας που προβλέπει είναι «συμπληρωματικό» και όχι ανταγωνιστικό του ΔΝΤ, στα πρότυπα εκείνου των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Ενώ όμως κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες βλέπουν προκατάληψη του ΔΝΤ υπέρ των προτεραιοτήτων του δυτικού κόσμου (βλ. το ελληνικό και το ουκρανικό πρόγραμμα), την ίδια ώρα η Ευρωζώνη επίσης στήνει τον δικό της μηχανισμό στήριξης των κρατών-μελών της, τον ESM. Εχοντας αυτή την εναλλακτική, η κυβέρνηση φέρεται να επιθυμεί έξοδο του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα, στο οποίο χρεώνει λάθη οικονομικής ανάλυσης, όπως οι χαμηλοί πολλαπλασιαστές που υποτίμησαν το μέγεθος της ύφεσης.

Ο ρόλος του ΔΝΤ στην τρόικα επίσης έχει δεχτεί επικρίσεις από τους Ευρωπαίους, καθώς η συνεργασία του με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αρκετά προβλήματα επικοινωνίας, ενώ η μέχρι πρότινος πίεση του Ταμείου για αναδιάρθρωση του χρέους που κατέχουν οι Ευρωπαίοι δεν διευκόλυνε την κατάσταση. Μέχρι πρότινος, διότι αυτήν τη φορά η κ. Λαγκάρντ άφησε όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά για την αναδιάρθρωση στη μοναδική ερώτηση που δέχτηκε για την Ελλάδα, δημιουργώντας τελικά περισσότερα ερωτηματικά για τη στάση του Ταμείου.

Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά δοκιμάζουν την ισχύ και τον μελλοντικό ρόλο ενός διεθνούς οργανισμού που κλυδωνίζεται, χτισμένος καθώς είναι πάνω στις κινούμενες τεκτονικές πλάκες της παγκόσμιας οικονομίας. Αν η ελληνική κυβέρνηση πείσει τους Ευρωπαίους να αναλάβουν την έκθεση του ΔΝΤ στην Ελλάδα, αυτό θα είναι μία ακόμη πρόκληση για το υπάρχον σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης, καθώς ένας από τους βασικούς πυλώνες του φαίνεται να δίνει τη θέση του σε περιφερειακούς οργανισμούς. Πέρα από την όποια αρχική ανακούφιση, μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν δίκοπο μαχαίρι για την κ. Λαγκάρντ και το μέλλον του οργανισμού που διευθύνει.