ΑΠΟΨΕΙΣ

Θεέ μου, τι μας κάναμε

Στο φύλλο του περασμένου Σαββάτου δημοσίευσα ένα σχόλιο για την περίπτωση ενός (ελληνικού) ξενοδοχείου όπου δεν γίνονται δεκτές οικογένειες με παιδιά κάτω των 12 ετών. Το κείμενο είχε κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιγραφικό χαρακτήρα. Ο τίτλος («Οταν τα παιδιά απαγορεύονται») ήταν περισσότερο «ερεθιστικός» δικαιώνοντας παλιούς δημοσιογράφους που υποστήριζαν ότι «ο τίτλος είναι το μισό άρθρο». Πολλοί αναγνώστες (κάνω τη λογική υπόθεση) έφτασαν να διαβάσουν την άποψή μου επειδή, πιθανότατα, τους «γαργάλησε» ο «προβοκατόρικος» τίτλος. «Μα είναι δυνατόν να απαγορεύονται πουθενά τα παιδιά;». «Εκεί έχουμε φτάσει;».

Ανατρέχοντας στα σχόλια που ακολουθούν τη διαδικτυακή δημοσίευση του άρθρου, δεν μου προκάλεσε καμία έκπληξη ο επιθετικός τόνος των μισών εξ αυτών. Στην Ελλάδα η έκφραση αντίθετης άποψης από τη δική μας βρίσκεται στα όρια του ποινικού αδικήματος. Πάντα υπήρχε μια μερίδα της κοινής γνώμης που αρνείται να διαφωνήσει σ’ ένα, ας πούμε, «πολιτισμένο» πλαίσιο: επιτίθεται λεκτικά, ανεβάζει την ένταση, υποτιμά τον συνομιλητή της, ξιφουλκεί με επιχειρήματα που η ίδια (και, συνήθως, μόνο η ίδια) θεωρεί ακλόνητα. Πιστεύω, όμως, ότι αυτή η κατηγορία διευρύνθηκε σημαντικά στα χρόνια της κρίσης. Εκτός κι αν το Ιντερνετ απελευθέρωσε ένα «δυναμικό» επιθετικότητας και αγένειας που αγνοούσαμε παλαιότερα. Μπορεί.

Στη βάση της κριτικής που δέχθηκε το ξενοδοχείο (σαν να μην είχε κανένα δικαίωμα άσκησης επιχειρηματικής πολιτικής υπέρ ή κατά των παιδιών, των ηλικιωμένων, των ομοφυλόφιλων κ.λπ.) ήταν «ευαισθησίες» της πιο ανελέητης πολιτικής ορθότητας: μα είναι ποτέ δυνατόν να ενοχλούν τα παιδιά; Στην Ελλάδα; Οχι, ποτέ, αλίμονο.

Προχθές, στον κινηματογράφο, έγινα μάρτυρας της αντίθετης διαδρομής: πώς μια γαλλική κωμωδία μπορεί να εκτονώσει το καταπιεσμένο συναίσθημα μιας ολόκληρης γενιάς στην οποία απαγορεύτηκε να γελάει με όσα γελούσαν άλλοι, προηγούμενοι, κανονικοί άνθρωποι. Είναι η δική μας γενιά, η γενιά της πολιτικής ορθότητας.

Ναι, είδα κι εγώ την ταινία που σπάει ταμεία στην Αθήνα: το «Θεέ μου, τι σου κάναμε;» που παρακολουθεί τα χαριτωμένα βάσανα (ωχ, μήπως πρέπει να βάλω τη λέξη σε εισαγωγικά;) δύο γονιών από τη γαλλική επαρχία οι οποίοι αγωνίζονται να συμβιβαστούν με την ιδέα ότι οι κόρες τους επιλέγουν για συζύγους στο κοσμοπολίτικο και ανεκτικό Παρίσι ξένους μετανάστες.

Η ταινία, φυσικά, δεν έχει καμία ρατσιστική απόχρωση. Ομως, μέσα από τη συμπαθητική φιγούρα του συντηρητικού πατέρα, κυρίως, δίνει χώρο σε μια σειρά από προκαταλήψεις και στερεότυπα για τους Αραβες, τους Εβραίους, τους Κινέζους, τους έγχρωμους.

Καθόλου τυχαία οι κινηματογράφοι της χώρας σείονται από το γέλιο όταν ο οπισθοδρομικός και δεξιός πάτερ φαμίλιας λέει τον πόνο του στην επίσης σαστισμένη γυναίκα του. Οι πιο φαρμακερές και καθόλου πολιτικά ορθές ατάκες του προκαλούσαν και τα πιο τρανταχτά γέλια. Και το κοινό δεν μου φάνηκε καθόλου συντηρητικό.

Η πολιτική ορθότητα, υπερβολικά εγκεφαλική, υπερβολικά ψυχαναγκαστική, ήρθε για να λύσει ένα πρόβλημα. Αλλά δίπλα της φύτρωσε κι ένα άλλο. Μπορούμε απλά να το παραδεχθούμε.