ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «δικαίωμα στην τεμπελιά»

Το «δικαίωμα στην τεμπελιά»

Η ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΑΝΑΡΩΤΙΕΤΑΙ
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ «ΚΑΝΟΝΙΚΑ» ΣΤΗΝ
ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΩΝ ΣΧΟΛΙΩΝ

ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΕΥΧΟΣ 67, ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ
2013

to-dikaioma-stin-tempelia0

Με την ανεργία σε πρωτοφανή ύψη, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να
σχολιάσει κανείς το εργασιακό ήθος ή την έλλειψή του. Θα το
διακινδυνεύσω παρ’ όλ’ αυτά: ανέκαθεν, μεγάλο μέρος των Ελλήνων
απέρριπτε, με τη χαρακτηριστική περιφρόνηση του Νότου, την
προτεσταντική «εργασιομανία» αντιτάσσοντας τη βραδύτητα μαζί με μια
μορφή αβάσιμης αισιοδοξίας: «όλα θα γίνουν» («σιγά-σιγά»). Αλλά
επειδή τα πράγματα δεν «γίνονται» μόνα τους, καταλήγουμε στην
αδράνεια, στην απώλεια χρόνου, στο «ραχάτι» – εθνικές μας αξίες
είναι το χαζοξενύχτι, το αραλίκι, το χουζούρι° αυτή η στάση ζωής,
που συχνά περιγράφεται με τουρκικές λέξεις, καταδεικνύει (δήθεν)
μια επικούρεια φιλοσοφία την οποία, αν δεν καταλαβαίνεις, είσαι
είτε απαράδεκτα δυτικόφιλος, είτε απλώς χαζός.

   Ωστόσο, αυτό το πολυθρύλητο «δικαίωμα στην
τεμπελιά» είναι μια συλλογική πλάνη που, αντί να προσδίδει
γλυκύτητα στη ζωή, της αφαιρεί το περιεχόμενό της: δημιουργικότητα,
«νόημα». Πέρα από τη σαφή συνδικαλιστική σημασία -το ότι δηλαδή ο
άνθρωπος δεν μπορεί να εργάζεται πάνω από οκτώ ώρες ημερησίως-, η
ανάδειξη του «δικαιώματος στην τεμπελιά» σε τρόπο ζωής ισοδυναμεί
με ατομική και κοινωνική δυστυχία.

   Σύμφωνα με την κυρίαρχη ελληνική νοοτροπία, το
σωστό και ωραίο είναι να πράττουμε όσο το δυνατόν λιγότερα. Ο Ιβάν
Γκοντσάροφ που σκάρωσε τον Ομπλόμοφ στο ομώνυμο μυθιστόρημα
αναφερόταν σε έναν εθνικό τύπο της Ρωσίας – αλλά ο πολιτισμός δεν
γνωρίζει γεωγραφικά σύνορα: ο Ομπλόμοφ είμαστε εμείς. Πρόκειται για
έναν Ρώσο γαιοκτήμονα, νωθρό, απαθή, ανίκανο να αναλάβει
πρωτοβουλίες, ο οποίος ανατριχιάζει όταν ακούει τον καλύτερό του
φίλο να του εκθέτει τις φιλοδοξίες του και τα σχέδιά του για το
μέλλον. Ο «ομπλομοφισμός» αποτελεί μια κοινωνική συμπεριφορά
απραξίας, έλλειψης στόχων και βολέματος: οι Ελληνες, μέσω του
κρατικού συνδικαλισμού και της ανατολίτικης επιρροής, ονειρεύονται
να ζουν σαν συνταξιούχοι, χωρίς πολλά καθήκοντα και δραστηριότητες.
Ακόμα και στο περιβάλλον της κρίσης, η νοοτροπία αυτή διατηρείται
ζωντανή.

   Οι άνθρωποι που εργάζονται «κανονικά» γίνονται
αντικείμενο δηλητηριωδών σχολίων: χαρακτηρίζονται αριβίστες,
ξενέρωτοι, στεγνοί, φιλοχρήματοι, αιχμάλωτοι φτηνών ανταγωνισμών –
όποιος δεν χάνει τον χρόνο του στις καφετέριες και δεν εξαντλείται
στις καθημερινές φλυαρίες θεωρείται ότι «δεν ξέρει να ζει». Και,
παρά τη μαζική ανεργία, πολλοί Ελληνες αντιδρούν ακόμα όπως ο
Ομπλόμοφ όταν ο Στολτς τού πρότεινε να πάει στο χωριό: «Καλέ, τι
μας λες;» είπε όρθα κοφτά ο Ομπλόμοφ. «Από ευγενής να γίνω
σκαφτιάς;» και συνέχισε περιγράφοντας την ιδανική ζωή -«ένα
νεόκτιστο, άνετο σπίτι κοντά στο οποίο να μένουν τα φιλαράκια
μου…»- καθώς και την απλή καθημερινή του φιλοσοφία: «Να κάθομαι
στα αυγά μου».

   «Κάτσε στ’ αυγά σου»: η χειρότερη προτροπή που
μπορεί να ξεστομίσει κανείς. O Oμπλόμοφ πεθαίνει – πεθαίνει σαν
χώρα στην οποία οι πολίτες της (και οι πολιτικοί της)
συμπεριφέρονται είτε σαν ανεύθυνα παιδιά, είτε σαν ανήμποροι
εσχατόγεροι.