ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεοντολογία και κριτική

Δεν θεωρώ ότι οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να μένουν εγκλωβισμένοι στα υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Εχουν και αυτοί δικαίωμα να εκφράζουν τη γνώμη τους για τα θέματα που απασχολούν την κοινωνία, ακόμη και για εκείνα που έχουν πολιτικό υπόβαθρο και συναρτώνται με πολιτικές επιλογές. Αρκεί το δικαίωμα αυτό να ασκείται κατά τρόπο ώστε να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στην αμεροληψία και την αντικειμενικότητά τους. Να μη δημιουργούνται, δηλαδή, εις βάρος τους υπόνοιες ότι λειτουργούν με σκοπιμότητες ή ότι διακατέχονται από άκαμπτες υποκειμενικές πεποιθήσεις και προκαταλήψεις, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση τους και κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους. Αυτό είναι η ουσία της δικαστικής δεοντολογίας, που τελικό σκοπό έχει να διαφυλάξει τη θεσμική αξιοπιστία της Δικαιοσύνης.

Η ελευθερία αυτή του λόγου που πρέπει να αναγνωρίζεται στους δικαστές ασφαλώς δεν περιορίζει το δικαίωμα κριτικής των απόψεών τους. Οταν ο δικαστής εκφράζεται για θέματα που δεν ανήκουν στα συνταγματικά καθήκοντά του, δεν δικαιούται να επικαλείται τη θεσμική ιδιότητά του για να αποκτήσει μια μορφή ασυλίας έναντι της κριτικής. Οι πολίτες μπορούν να κρίνουν τόσο το περιεχόμενο των απόψεων όσο και τον τρόπο, τον χρόνο και τα μέσα με τα οποία εκφράζεται, να δίνουν τη δική τους εκτίμηση και εξήγηση και να συνάγουν τα δικά τους συμπεράσματα. Οπως δικαιούνται να κρίνουν και αν υπάρχει υπέρβαση των ορίων της δικαστικής δεοντολογίας.

Ως προς το περιεχόμενο και τα όρια της κριτικής στις περιπτώσεις αυτές, υπάρχει ουσιώδης διαφορά σε σχέση με την κριτική των δικαστικών αποφάσεων και γενικότερα των δικαστικών ενεργειών, η οποία ασφαλώς μπορεί και πρέπει να ασκείται, αλλά κατά τρόπο ώστε να μη θίγεται το κύρος της Δικαιοσύνης ως κρατικής λειτουργίας, δηλαδή με συγκεκριμένα επιχειρήματα και τεκμηρίωση, χωρίς απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Ενέργειες, όμως, και δηλώσεις δικαστικού λειτουργού που εξέρχονται των ορίων των συνταγματικών καθηκόντων του, είναι δεκτικές κριτικής στα όρια που είναι επιτρεπτά, κατά τον νόμο και την ηθική, για ενέργειες και δηλώσεις οποιουδήποτε προσώπου ασκεί δημόσια δραστηριότητα. Δεν αποκλείονται καταρχήν και εκτιμήσεις, οι οποίες εκφράζουν απαξία για το αντικείμενο της κριτικής, στον βαθμό που δεν αποτελούν ισχυρισμούς υβριστικούς και συκοφαντικούς,

Με τη γνωστή επιστολή της προέδρου Βασιλικής Θάνου προς τους προέδρους των ανώτατων δικαστηρίων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί το νόημα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015 του περασμένου καλοκαιριού, χωρίς, μάλιστα, προβληματισμό για τις νομικές αμφισβητήσεις που είχαν εγερθεί για την προκήρυξή του, και να εξηγηθούν οι αιτίες της δημιουργίας του χρέους του ελληνικού κράτους. Ακόμη περιέχονται και εκτιμήσεις για την αποτελεσματικότητα του προγράμματος που επιβλήθηκε από τους «δανειστές», τη λεγόμενη τρόικα. Το κείμενο αυτό αναφέρεται στο βασικό πολιτικό πρόβλημα της χώρας και στην καρδιά της κομματικής αντιπαράθεσης. Ανεξάρτητα από το ζήτημα εάν η επιστολή αυτή –η οποία υπογράφεται με την ιδιότητα της προέδρου του Αρείου Πάγου, αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του δικαστηρίου και απευθύνεται σε πρόσωπα που ουδεμία σχέση μπορεί να έχουν με τις αιτίες του προβλήματος και με τον τρόπο επίλυσης– παραβιάζει ή όχι τις αρχές της δεοντολογίας, πάντως αποτελεί κείμενο δεκτικό κριτικής, στον ίδιο βαθμό και με την ίδια ένταση που θα μπορούσε να ασκηθεί σε κείμενο προερχόμενο από οποιοδήποτε άλλο «δημόσιο πρόσωπο». Ως προς τα επιτρεπόμενα όρια κριτικής του κειμένου αυτού, ο συντάκτης του δεν δικαιούται να επικαλείται την ιδιότητά του και το κύρος της δικαιοσύνης και του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί. Το λάθος της κυρίας Θάνου είναι ότι επικαλείται την ανάγκη διατήρησης του κύρους της θέσης της προκειμένου να περιορίσει την κριτική για ενέργειά της που βρίσκεται έξω από τα όρια των καθηκόντων αυτής της θέσης.

Η κατάθεση από την πρόεδρο του Αρείου Πάγου έγκλησης κατά του καθηγητή Σταύρου Τσακυράκη για την κριτική την οποία άσκησε κατά του περιεχομένου της επιστολής της αποτελεί ενέργεια που ξαφνιάζει, αλλά και δημιουργεί ανησυχίες. Διότι προδίδει αδυναμία αποδοχής της κριτικής και έλλειψη νηφαλιότητας και ψυχραιμίας, που αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ορθή άσκηση του έργου της απονομής δικαιοσύνης.

* Ο κ. Κων. Μενουδάκος διετέλεσε πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.