ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκεί που είναι, ήμασταν

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1922, ελληνικές εφημερίδες έγραφαν: «Υπό τον καύσωνα και εν μέσω δυσωδίας, κατάκεινται εις αθλίαν κατάστασιν περί τα πέντε και πλέον χιλιάδας προσφύγων της Σμύρνης, και κυρίως των προαστίων της και των χωρίων του εσωτερικού της Μ. Ασίας. Εγκατέλειψαν την πατρώαν γην χωρίς να δυνηθούν να παραλάβουν μαζί των κανέν εφόδιον της ζωής. Αστεγοι, άνευ χρημάτων, ημίγυμνοι, εις ελεεινήν κατάστασιν, αναμένοντες εναγωνίως να εκδηλωθή δι’ αυτούς η ευσπλαχνία και η συμπάθεια του ελευθέρου Κράτους και των ελευθέρων ομοεθνών των. Δυστυχώς, όμως, ούτε το Κράτος ούτε η κοινωνία εφάνη συνεπής…» (τα στοιχεία αυτά, καθώς και όσα ακολουθούν, προέρχονται από τη «Δακρυσμένη Μικρασία» του Βασίλη Ι. Τζανακάρη, εκδ. Μεταίχμιο).

Με άλλα λόγια, εκείνες τις ταραγμένες ημέρες του Σεπτεμβρίου του 1922, στον Πειραιά συνέβαινε ό,τι, κατ’ αναλογία, συμβαίνει και σήμερα στην προβλήτα Ε1 και ευρύτερα στους ίδιους, περίπου, χώρους του μεγάλου λιμανιού της χώρας. Το πρόσφατο ρεπορτάζ του βρετανικού Observer, ότι την οικτρή κατάσταση των προσφύγων και των μεταναστών από την Ανατολή εκμεταλλεύονται τις νύχτες Ελληνες που αναζητούν πάμφθηνα κορμιά, φέρνει στον νου ανάλογες συνθήκες με θύματα νεαρές κοπέλες κυρίως, που μόλις είχαν φθάσει κατατρεγμένες από τη Μικρά Ασία.

«Δυστυχώς εις τον Πειραιά εξεστράτευσαν και εστρατοπέδευσαν προς άγραν λείας διάφοροι σωματέμποροι, οι οποίοι ευκόλως παραπλανούν κορασίδας και γυναίκας εγκαταλελειμμένας και στερουμένας χρημάτων και παντός είδους εφοδίων για να ζήσουν. Εις την προκυμαίαν του Τελωνείου όπου γίνεται η αποβίβασις των προσφύγων ετοποθετήθησαν υπό της αστυνομίας του Πειραιώς χωροφύλακες προς περισυλλογήν των γυναικοπαίδων τα οποία έρχονται άνευ προστάτου».

Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Βασίλη Τζανακάρη, μέσα στα επόμενα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Αθήνα και ο Πειραιάς, με 1.500.000 κατοίκους τότε, έφτασαν να έχουν περισσότερες από 40.000 κρυφά και φανερά εκδιδόμενες γυναίκες «έρμαια της κακιάς τους τύχης, της ανέχειας και της ουσιαστικής ανυπαρξίας του κράτους»…

Πέραν όμως της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, στο σημερινό δράμα που εκτυλίσσεται ξανά στη χώρα μας, με άλλα θύματα αυτή τη φορά, είχαμε και άλλα κρούσματα: από τις εξωφρενικές τιμές στο μπουκάλι το νερό έως τη χρήση τουαλέτας και άλλα όμορφα και ωραία. Εξυπακούεται ότι ανάλογα περιστατικά είχαν συμβεί και το 1922· η αστυνομία προσπαθούσε να προστατεύσει τα γυναικόπαιδα από τους σωματέμπορους, παρ’ όλα αυτά, «ουδέν εν τούτοις μέτρον έλαβεν ακόμη η αστυνομία δια τους λεμβούχους και τους φορτοεκφορτωτάς, οι οποίοι λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων εθεώρησαν καλόν ν’ αυξήσουν τα εκφορτωτικά και τα μεταφορικά των δικαιώματα»…

Για να τα λέμε όλα, σήμερα, απλοί πολίτες και οργανωμένοι εθελοντές καταβάλλουν υπερβάλλοντα ζήλο, όχι μόνον στον Πειραιά αλλά και στα νησιά, ώστε να απαλύνουν τον πόνο των κατατρεγμένων αυτών ανθρώπων. Αυτή η αυθόρμητη «καλωσύνη των ξένων» παρατηρήθηκε και το 1922, δεν υπήρξε μόνον εκμετάλλευση και αισχροκέρδεια. Ωστόσο, αν είχαμε καλή μνήμη, θα έπρεπε η ανταπόκρισή μας απέναντι σε αυτό το ανθρωπιστικό δράμα να είναι ακόμη μεγαλύτερη – ακόμη πιο ανθρωπιστική και απ’ τη δική μας πλευρά και ανεξαρτήτως του τι επεξεργάζονται σε Βερολίνο και Βρυξέλλες. Αν είχαμε καλή μνήμη θα θυμόμασταν ότι πολλών εξ ημών οι παππούδες ήταν μικρά παιδιά που ξεσπιτώθηκαν απελπισμένα κάποτε, φοβισμένα και πεινασμένα. Οτι εκεί όπου είναι αυτοί οι άνθρωποι, ήμασταν. Μπορεί να είναι μελό και κοινότοπο, αλλά είναι αυτό που είναι.