ΑΠΟΨΕΙΣ

«Επιτροπεία» της άυλης οικονομίας

Απαρατήρητο έχει περάσει ένα σχέδιο νόμου του υπουργείου Πολιτισμού που αφορά δεκάδες χιλιάδες δημιουργών στην Ελλάδα. Το σχέδιο νόμου εναρμονίζει το ελληνικό δίκαιο σε μια οδηγία της Ε.Ε. (2014/26/Ε.Ε.) που ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη διαφανή λειτουργία των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων. Τι κάνει ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης στη σημερινή οικονομία (copyright industry) και κοινωνία της πληροφόρησης/διασκέδασης και της πληροφορίας; Ενας συγγραφέας, ένας συνθέτης μουσικής σύνθεσης, στιχουργός, σκηνοθέτης, ερμηνευτής (τραγουδιστής, μουσικός) ή παραγωγός λ.χ. ενός δίσκου μιας ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, ένας φωτογράφος, ένας εκδότης βιβλίων κλπ. μπορεί να αναθέσει την εκμετάλλευση και προστασία των έργων του σε ένα τέτοιον οργανισμό. Ο οργανισμός διαχειρίζεται δηλ. ξένη περιουσία. Επειδή εκπροσωπεί περισσότερους δικαιούχους έχει μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έναντι των χρηστών είτε αυτά είναι κανάλια ή διαφημιστικές εταιρείες είτε είναι γενικότερα πάροχοι περιεχομένου. Τους δίνει την άδεια να χρησιμοποιήσουν τα έργα των δημιουργών που εκπροσωπεί και χρειάζονται και για να διαμορφώσουν το περιεχόμενό της. Από τις περισσότερες ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου που είναι αντισυνταγματικές/αντικοινοτικές ή αφόρητα γραφειοκρατικές/παρεμβατικές, ξεχωρίζει το άρθρο 53. Θεσπίζει τον θεσμό της «οικονομικής» επιτροπείας, θεσμός ο οποίος λόγω χούντας ή επί σταλινικών καθεστώτων (ως κομισάριος) έχει αρνητική χροιά για τους περισσότερους, όχι όμως για το ΥΠΠΟ.

Οταν ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης έχει «σοβαρό οικονομικό ή διαχειριστικό πρόβλημα», τότε ο υπουργός Πολιτισμού (και όχι κάποιο δικαστήριο), που απλώς «πιθανολογεί» την «κατάσταση αυτή ανάγκης», διορίζει «επίτροπο» επί του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης, πλήρως ελεγχόμενο από το υπουργείο. Στο πλαίσιο των εξαιρετικά περιεκτικών εξουσιών του κατά την ανέλεγκτη διακριτική ευχέρειά του μπορεί να καταργήσει την εκλεγμένη διοίκηση και τη συνέλευση των μελών (από οικονομική άποψη «ιδιοκτήτες» του οργανισμού), να αποφασίσει την «εξυγίανσή» του ή να τον θέσει σε «εκκαθάριση» («θάνατος» του νομικού προσώπου). Το σχέδιο νόμου μεταχειρίζεται μια αμιγώς ιδιωτική επιχείρηση, όπως είναι ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης σαν να ήταν δημόσια επιχείρηση, με μοναδικό μάλιστα μέτοχο το ελληνικό Δημόσιο κατά 100%.

Με έναν παραλληλισμό. Αν έχετε μια ατομική επιχείρηση ή είστε συνεταίρος ή μέτοχος σε μια τέτοια επιχείρηση, λ.χ. πουλάτε οικοδομικά υλικά ή ενδύματα και «πιθανολογείται» από τη διοίκηση («τον υπουργό») ότι αντιμετωπίζετε «σοβαρό» οικονομικό πρόβλημα, τότε ο επίτροπος που θα σας διορίσει το αρμόδιο υπουργείο, χωρίς να σας ρωτήσει, είτε θα σας «εξυγιάνει» αναγκαστικά (στερώντας το δικαίωμα της ιδιοκτησίας σας επί της εταιρείας = εταιρική συμμετοχή) είτε θα κλείσει παρά τη θέλησή σας την επιχείρησή σας (= χάσατε τα χρήματά σας και τις επενδύσεις σας στην εταιρεία). Το ενεργητικό της θα μεταβιβασθεί αλλού (προς ζημία των πιστωτών σας).

Το ότι το σχέδιο νόμου στο σημείο αυτό παραβαίνει βασικά ατομικά δικαιώματα, αποκλείει ανταγωνιστές από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και δυνητικά «κλείνει» (υποχρεωτικά) ή «εξυγιαίνει»/ συγχωνεύει (αναγκαστικά) τις επιχειρήσεις-οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, είναι οχληρή νομική λεπτομέρεια.

Με μοχλό «τα πιθανολογούμενα σοβαρά οικονομικά ή διαχειριστικά προβλήματα», υπαρκτά λόγω της κρίσης, το υπουργείο Πολιτισμού εγκαινιάζει έναν «μακροπρόθεσμο» σχεδιασμό της αγοράς των οργανισμών συλλογικής διαχείρισης (market design). Επιδιώκει να θέσει υπό κρατικό έλεγχο ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης πολιτιστικής βιομηχανίας (copyright industry). Είναι μέρος ενός εγχειρήματος που θα μπορούσε να αποκληθεί η αναγκαστική «κρατικοποίηση της ιδιωτικής πληροφορίας» υπό έναν νομικό πατερναλισμό («εμείς φροντίζουμε για εσάς, τις ανάγκες σας και την περιουσία σας, είτε το θέλετε είτε όχι»). Η σκοπιμότητα τίθεται υπεράνω του δικαίου και ιδιαίτερα των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων και βασικών ελευθεριών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αν η προστασία τους είναι όμως ένας «ενδείκτης» για να αξιολογηθεί η ωριμότητα μιας «ανοικτής κοινωνίας» που θέλει να ανήκει στην Ευρώπη και στην Ευρωπαϊκή Ενωση και ο –όχι μόνον νομικός– πολιτισμός της, τότε το σχέδιο νόμου με την επιτροπεία αναμφίβολα δεν συμβάλλει για να βελτιωθεί ο ενδείκτης αυτός.

* Ο κ. Μιχ. – Θεόδ. Δ. Μαρίνος είναι καθηγητής Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.