ΑΠΟΨΕΙΣ

Τύπος και παρατυπίες

​Εξ ορισμού, η εξουσία, κάθε εξουσία, και η διακηρυκτικά δημοκρατικότερη, είναι λογοκριτική. Δεν θέλει οπωσδήποτε να επιβάλει άκρα του τάφου σιωπή (άλλωστε, αυτό δεν το καταφέρνει ούτε στις βαρβαρότερα ολοκληρωτικές μορφές ύπαρξής της), προτιμά πάντως τους επαίνους παρά τον αυστηρό έλεγχο των πεπραγμένων της. Προτιμά να την κολακεύουν και να τη δοξολογούν όσοι σιτίζονται με τα κοκαλάκια που περισσεύουν από το πλούσιο τραπέζι της παρά να την κρίνουν και να την επικρίνουν (οπότε, όπως ορίζει η παράδοση, ανακαλύπτει συνωμοσίες εις βάρος της, που μπορεί και να γίνονται, δεν συνιστούν όμως αυτές τον κανόνα).

Παίρνει λοιπόν τα μέτρα της η εξουσία, όπως μας διδάσκει το παρελθόν. Μοιράζει επιδοτήσεις σε λαθρόβια έντυπα, με την πλαστή μορφή της διαφημιστικής δαπάνης. Φυτεύει δημοσιογράφους ή παραδημοσιογράφους ασύλληπτα ανυπόληπτους σε ποικίλα συμβούλια, λ.χ. στα έρμα τα δημόσια νοσοκομεία. Αλλους τους ενισχύει μονίμως ή εκτάκτως, σαν αντίτιμο τάχα «για τις εθνικές τους υπηρεσίες» (οι προ ετών διαβόητες λίστες του υπουργείου Εξωτερικών). Και υπάρχει βέβαια και το τρικ των Γραφείων Τύπου, που στελεχώνονται με όσους δεν έχουν συνειδησιακό πρόβλημα να είναι ταυτόχρονα ελεγχόμενοι και ελέγχοντες. Να δουλεύουν δηλαδή έως το μεσημέρι στο Γραφείο Τύπου του υπουργείου Τάδε ή της υπηρεσίας Δείνα και από το απόγευμα κι έπειτα να κάνουν ρεπορτάζ ή να γράφουν σχόλια για το υπουργείο Τάδε ή την υπηρεσία Δείνα, εμπνεόμενοι από την παραδοσιακή μέθοδο «τα γένια σου να τα ευλογάς, αν θες να μην τα χάσεις».

Οσοι (παρα)δημοσιογράφοι υιοθετούν αυτών των ειδών την καριερίστικη στρατηγική αντιστρατεύονται βεβαίως το ίδιο το περιεχόμενο του θρυλικού λειτουργήματός τους, που ταυτίζεται εξ ορισμού με την άσκηση κριτικής στην εξουσία. Το ίδιο συμβαίνει με όσους αντί να αποστηθίζουν τον κώδικα δεοντολογίας της δουλειάς τους, μήπως τους συγκρατήσει αν σκεφτούν να παρασπονδήσουν, απομνημονεύουν ευλαβικά τις εργοδοτικές εντολές και συμμορφώνονται άνευ ουσιωδών αντιρρήσεων προς τας υποδείξεις.

Πόσοι είναι αυτοί; Θα πρέπει να είναι αρκετοί. Αλλιώς δεν εξηγείται η καταβαράθρωση της αξιοπιστίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, πιστοποιημένη σε πολλές έρευνες της κοινής γνώμης. Εν ολίγοις, αυτό που ορισμένοι το ’χουν καμάρι, ο κόσμος το ’χει τούμπανο. Γιατί ξέρει πόσο τιμά κάθε Μέσο, γυάλινο ή χάρτινο, τη δέσμευσή του για πολυφωνική ενημέρωση ή πόσο συγχέει την κριτική με τη διαβολή. Και μάλλον γελάει σαρκαστικά, δικαίως δύσπιστος, όταν ακούει πανίσχυρα μιντιακά συγκροτήματα, που επηρέασαν καθοριστικά την πολιτική ζωή επί δεκαετίες, παρεμβαίνοντας με τρόπους ήκιστα δημοκρατικούς, να ορκίζονται ότι τυγχάνουν αμερόληπτα εξαπανέκαθεν, ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για το άθλημα της διαπλοκής, ώστε να ενισχυθούν πλουσιοπάροχα μεν, παράτυπα δε, και ότι τώρα απειλούνται με καθυπόταξη και φίμωση. Φίμωση το 2016;