ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια θνήσκουσα βιομηχανία

Οι δημοσιογράφοι πρέπει να βγαίνουν περισσότερο έξω, έγραφε το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε ο Βρετανός αρθρογράφος Σάιμον Κούπερ (Simon Kuper), στην καθιερωμένη του στήλη στους Financial Times Weekend. Οι σκέψεις αυτές προέκυψαν στον Κούπερ αφού παρακολούθησε την ταινία «Spotlight», η οποία απέσπασε το φετινό Οσκαρ καλύτερης ταινίας. «Κάθε δημοσιογράφος του έντυπου Τύπου πανηγύρισε», σημειώνει ο Κούπερ, «αλλά οι πανηγυρισμοί για τους γενναίους ρεπόρτερ της Boston Globe, οι οποίοι αποκάλυψαν το σκάνδαλο της συγκάλυψης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με τους παιδόφιλους ιερείς (σ.σ.: θέμα της εν λόγω ταινίας), απλώς κολακεύει τη θνήσκουσα βιομηχανία μας» (dying industry).

Σε ένα πνεύμα αυτοκριτικής (δίχως, δηλαδή, να εξαιρεί και τον εαυτό του), ο Σάιμον Κούπερ θεωρεί πως «σήμερα τα μίντια –όπως και κάθε κατεστημένη ομάδα– πρέπει να αλλάξουν. Οι δημοσιογράφοι πρέπει να διασκορπιστούν στις περιφέρειες και να ακούσουν τι έχουν να πουν οι απλοί άνθρωποι». Για παράδειγμα, η γαλλική Le Monde (ο Κούπερ ζει τα τελευταία χρόνια στο Παρίσι) έχει γίνει τόσο ελιτίστικη και εκλεκτική που έχει αποκοπεί από τον πραγματικό κόσμο, τόσο, που να θυμίζει «ενημερωτικό φυλλάδιο των Βερσαλλιών του 1788». Πέρα όμως από τον (αυτο)εγκλεισμό των δημοσιογράφων στους γυάλινους πύργους των μεγάλων πόλεων (βασικά, των γραφείων τους, ούτε καν των πόλεών τους), όλο αυτό, κατά τη γνώμη του Κούπερ, έχει να κάνει και με το ότι το Διαδίκτυο έδωσε τη χαριστική βολή στον τοπικό Τύπο διεθνώς. Μετά το Διαδίκτυο, η δημοσιογραφία έχει περιπέσει σε μια υπαρξιακή κρίση, σε κρίση ταυτότητας. Σαφώς και ο ιδρυματισμός του γραφείου οδηγεί σε αποκοπή από την πραγματικότητα, σε αποστειρωμένες –και εν τέλει στείρες– κρίσεις και αναλύσεις· ωστόσο, αυτή η επιτακτική ανάγκη για εξωστρέφεια είναι μόνον μία από μια μεγάλη σειρά αλλαγών ζωτικής σημασίας, που ακόμα, καλά καλά, δεν ξέρουμε ποιες πρέπει να είναι στην ολότητά τους.

Η πιο δυσάρεστη, πάντως, συνέπεια αυτής της εσωστρέφειας της «θνήσκουσας βιομηχανίας» είναι ότι η δημοσιογραφία έχει απολέσει τη δημοτικότητά της διότι απώλεσε την αξιοπιστία της: «Μόλις το 45% των Ευρωπαίων εμπιστεύεται τον έντυπο Τύπο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κούπερ, βασισμένος σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ τέσσερις στους δέκα Αμερικανούς εμπιστεύονται οριακά τα ΜΜΕ. Εξ ου και «ο Τραμπ ξέρει ακριβώς τι κάνει όταν επιτίθεται όχι μόνον σε πολιτικούς μα και σε δημοσιογράφους», σχολιάζει καίρια ο Βρετανός δημοσιογράφος. Υπάρχουν βέβαια και χειρότερα: η εκδοχή Ερντογάν με τα κλεισίματα εφημερίδων…

Η δημοσιογραφία υποφέρει από μια βαθιά κρίση ταυτότητας, όντως, και στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζεται ακόμα πιο ευάλωτη σε επιθέσεις λαϊκιστών πολιτικών καθώς και όσων δεν πολυχωνεύουν την αστική δημοκρατία, οπότε και ακολουθούν την οδό της λάσπης ή/και της φίμωσης. Στη χώρα μας, η σημερινή κυβέρνηση, με όλα τα σοβιετικά και λαϊκίστικα σύνδρομα που τη διακατέχουν, δεν επιτίθεται απλώς στη δημοσιογραφία αλλά προσπαθεί και να την ελέγξει – όταν ο δημοσιογράφος τής ασκεί κριτική ή, όπως είδαμε και τις τελευταίες εβδομάδες, όταν «δεν κάθονται» οι υπόγειες συμφωνίες με μεγαλοεκδότες. Αυτό το τελευταίο ειδικά είναι ένα κρίσιμο σημείο: ως γνωστόν, όπως λένε και οι Αγγλοσάξονες, για να συντελεστεί διαπλοκή, «it takes two to tango» (το τάνγκο θέλει δύο, όχι έναν), και ως εκ τούτου ποιος να κατηγορήσει τον απλό πολίτη που στέκεται δύσπιστος και εχθρικός απέναντι στον Τύπο;

Στη χώρα μας, λοιπόν, δεν αρκεί να βγαίνει ο δημοσιογράφος περισσότερο έξω. Πρέπει να είναι και περισσότερο ελεύθερος, περισσότερο ανεξάρτητος, περισσότερο κύριος του εαυτού του. Στη χώρα μας, συζητάμε ξανά τα αυτονόητα.