ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε το ΔΝΤ

Μπορεί να μην πέρασε αρχικά το μήνυμα όπως θα ήθελε, αλλά στην επιμονή της ότι το ελληνικό πρόγραμμα πρέπει να είναι βιώσιμο η Κριστίν Λαγκάρντ είχε στο μυαλό της ως αποδέκτη όχι μόνο την ελληνική κυβέρνηση αλλά και τους Ευρωπαίους. Η επικεφαλής του ΔΝΤ στηρίζει τον Πόουλ Τόμσεν στις διαπραγματεύσεις, παρά την ενόχληση που προκαλεί η ανελαστική του θέση σε Ευρωπαίους και (όπως εκτιμούν αναλυτές, καθώς δεν θα το ακούσει κανείς δημοσίως από τους ίδιους) και Αμερικανούς, που ζητούν υποχωρήσεις από όλους.

Την ίδια ώρα, οι επιθέσεις προς το Ταμείο από Ελληνες αξιωματούχους έχουν γίνει καθημερινό φαινόμενο. Ενα κρούσμα εμφανίσθηκε και στην Ουάσιγκτον, όπου ο πρεσβευτής της Ελλάδος Χρίστος Παναγόπουλος κατηγόρησε το ΔΝΤ ότι νοιάζεται μόνο για τα νούμερα και ότι είναι αποστασιοποιημένο, στα γραφεία του στην αμερικανική πρωτεύουσα, από την κατάσταση στη χώρα. Καθώς όμως το χρέος φαίνεται επιτέλους να έρχεται στο τραπέζι, καλό είναι να θυμόμαστε ότι το ΔΝΤ είναι εκείνο που πιέζει τους Ευρωπαίους να δεχθούν την ελάφρυνσή του.

Η σκληρή γραμμή του ΔΝΤ ίσως να εμπεριέχει και στοιχεία διαπραγματευτικής τακτικής, για να κερδίσει όσο γίνεται περισσότερα και από τους Ελληνες και από τους Ευρωπαίους. Μόλις χθες, ερωτώμενος για την Ελλάδα, ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής Ντέιβιντ Λίπτον επανέλαβε την ισορροπία που επιδιώκει το ΔΝΤ: «Ενας από τους κύριους στόχους είναι να επιτύχουμε μία δημοσιονομική θέση βιώσιμη μακροπρόθεσμα… Η Ελλάδα πρέπει να δεσμευθεί σε πολιτικές που θα οδηγήσουν σε αυτούς τους στόχους για τον προϋπολογισμό, αλλά τότε φυσικά και η χρηματοδότησή τους θα πρέπει να είναι κατάλληλη… αυτό χρειάζεται κάποια προσαρμογή του βάρους του χρέους στο μέλλον».

Κι ενώ η ηγεσία του παραμένει δημοσίως στη γραμμή του, στελέχη του ΔΝΤ εμφανίζονται απαισιόδοξα για τη συμμετοχή του στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Οπως εκτιμούν, το Ταμείο αποφάσισε να εστιάσει στη μείωση των συντάξεων όταν αντιλήφθηκε ότι δεν λειτουργούν τα φορολογικά μέτρα. Η περίφημη διεύρυνση της φορολογικής βάσης δεν έχει επιτευχθεί, αντίθετα η υπερφορολόγηση έχει φτάσει την οικονομία στα όριά της. Παρά δε τις πληροφορίες για πιέσεις των Αμερικανών προς το ΔΝΤ να βάλει λίγο νερό στο κρασί του και να μειώσει τις απαιτήσεις του, εκτιμούν ότι το ΔΝΤ δεν θα κάνει πίσω, καθώς παίζεται η αξιοπιστία του.

Στον αντίποδα, στην Ελλάδα υπάρχουν κάποιοι καλά ενημερωμένοι αισιόδοξοι, οι οποίοι θεωρούν ότι το ΔΝΤ τελικά θα αναγκασθεί να συμμετέχει. Πρώην ανώτερος αξιωματούχος εκτιμά ότι, ενώ πριν από έξι μήνες δεν το ήθελε, πλέον είναι σαφές ότι χρειάζεται για να προχωρήσει και το ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Οπως θεωρεί, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ικανοποιηθούν κάποιες από τις απαιτήσεις του για τις μεταρρυθμίσεις, ως αντάλλαγμα για την ελάφρυνση του χρέους από τους Ευρωπαίους. Σημειώνει δε ότι και οι Ευρωπαίοι επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη, επισημαίνοντας για παράδειγμα ότι έχουν απορρίψει με απόφαση Eurogroup ένα «κούρεμα» του χρέους, που θα μείωνε τη λιτότητα. Ετερος αξιωματούχος κοντά στις διαπραγματεύσεις επίσης εκτιμά ότι το ΔΝΤ θα συμμετέχει, «ακόμη και αν χρειασθεί να συρθεί στο τραπέζι». Αλλωστε, τα χρήματα που θα διαθέσει πλέον εκτιμά ότι θα είναι πολύ περιορισμένα, μόλις μερικά δισεκατομμύρια ευρώ.

Γιατί όμως δεν πιέζει τους Ευρωπαίους για μεγαλύτερη ελάφρυνση, αφού κάτι τέτοιο θα μείωνε την ανάγκη της προσαρμογής από την πλευρά της Ελλάδος; Προφανώς θέλει να δεσμεύσει την ελληνική κυβέρνηση σε μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίσουν ότι η πρόοδος δεν θα ανατραπεί την επόμενη ημέρα. Οταν όμως παραδέχεται ότι οι στόχοι είναι πολύ φιλόδοξοι, καθώς προβλέπουν σταθερό ετήσιο δημοσιονομικό πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, δεν θα ήταν μία ευκαιρία να τους αλλάξει;

Αυτό ελπίζει κανείς ότι θα γίνει στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης για το χρέος, στην οποία επιμένει το ΔΝΤ παρά την ανοιχτή ευρωπαϊκή διστακτικότητα – και για τον λόγο αυτόν και μόνο θα πρέπει να παραμείνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.