ΑΠΟΨΕΙΣ

Φάγαμε και δεύτερο;

Φάγαμε και δεύτερο;

Η Μέρκελ καθησυχάζει τους φόβους των Ευρωπαίων: «Η Τουρκία δεν έχει το πάνω χέρι στη διαπραγμάτευση με την Ευρώπη», δήλωσε χθες. Μπορεί – είναι νωρίς ακόμη για να το πει κάποιος με βεβαιότητα. Καλοδεχούμενη, πάντως, η διαβεβαίωση.

Δεν είμαι σίγουρος, όμως, αν ισχύει για εμάς, που ήμασταν πάντα μια ειδική περίπτωση. Δεν ξέρω, θέλω να πω, πόσο ασφαλείς μπορούμε να είμαστε με τα ελληνοτουρκικά. Μέχρι στιγμής, οι γείτονες έχουν βρει την ευκαιρία να θέσουν, σε διαφορετικές φάσεις της διαπραγμάτευσης, και τις γκρίζες ζώνες σε συνδυασμό με νατοϊκές εκκρεμότητες, όπως και πτυχές του Κυπριακού, που έχει μπει σε μια πορεία η οποία ίσως οδηγήσει στην ελπίδα της διευθέτησης σε τρία χρόνια από τώρα. (Τυπικά, το Κυπριακό δεν είναι ελληνοτουρκικό. Ουσιαστικά, όμως, έχει γίνει, έπειτα από τόσες δεκαετίες σύμπλευσης με την Κύπρο και ας μην κοροϊδευόμαστε…)

Η κυβέρνηση αυτή επιχείρησε σε ευρωπαϊκό επίπεδο να συνδέσει, προς όφελος της χώρας (και πρωτίστως της ιδίας: για τη μακροημέρευσή της και την εμπέδωση του καθεστώτος της), το οικονομικό με το μεταναστευτικό. Είναι πολύ πιθανό, όμως, αυτό που κατάφερε να είναι ότι τελικά μπέρδεψε και τα ελληνοτουρκικά στην κατάσταση. Πήγε, δηλαδή, να αντισταθμίσει το ένα, έμπλεξε και το άλλο. Στην ποδοσφαιρική κοινή: πήγε να ισοφαρίσει, έφαγε και δεύτερο. Είναι νωρίς, το επαναλαμβάνω, για συμπεράσματα. Είναι κρίμα, όμως, σε τέτοιους καιρούς, που διαμορφώνονται οι όροι του μέλλοντος, εμείς να έχουμε μια τέτοια κυβέρνηση. Ελπίζω, τουλάχιστον, να καταλαβαίνει επιτέλους ο πρωθυπουργός πόσο πολύτιμη είναι για την Ελλάδα η ουσιαστική συμμετοχή της (όχι με το ζόρι) στην Ευρωπαϊκή Ενωση…

Η πόλωση και πάλι

Ως αντιπολίτευση, η σημερινή κυβέρνηση αντιμετώπισε τη λεγόμενη «θεωρία των δύο άκρων» (ότι υπάρχει ακροδεξιά βία και ακροαριστερή βία και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάλυπτε συστηματικά και χρησιμοποιούσε την ακροαριστερή βία) με τη δική της θεωρία του ενός άκρου (μόνο ακροδεξιά βία υπάρχει και ό,τι κάνει η άλλη πλευρά δικαιολογείται). Τώρα, στριμωγμένη ανάμεσα στην πραγματικότητα του μεταναστευτικού και στις ιδεοληψίες της, καταφεύγει σε μια παραλλαγή της θεωρίας: ό,τι λογικό λέει η Νέα Δημοκρατία (όπως τα κλειστά κέντρα κράτησης, στέγασης ή όπως αλλιώς τα πουν) είναι ακροδεξιό, ενώ ό,τι κάνει εκείνη είναι σωστό. Ποντάρει στην πόλωση, με λίγα λόγια.

Προσφάτως, έφθασαν στο σημείο να προσάψουν την κατηγορία των ακροδεξιών θέσεων στον εκπρόσωπο της Ν.Δ., Γιώργο Κουμουτσάκο, προσωπικώς: «Επιβεβαίωσε ουσιαστικά ότι η ακροδεξιού χαρακτήρα ρητορική στελεχών της αξιωματικής αντιπολίτευσης», αναφέρεται στην κυβερνητική ανακοίνωση, «χαρακτηρίζει το σύνολο του κόμματος». Αστεία η κατηγορία εναντίον του Κουμουτσάκου, ο οποίος από το 2010, ως ευρωβουλευτής, προειδοποιούσε για το μαύρο σύννεφο της Ακροδεξιάς πάνω από την Ευρώπη, με αφορμή τότε την άνοδο του ακροδεξιού κόμματος στις σουηδικές εκλογές. (Οχι ότι το ήξεραν αυτό οι γορίλες της Χρυσής Αυγής, που τον χτύπησαν προ καιρού μπροστά από τη Βουλή…) Αν για κάτι δεν μπορεί να κατηγορηθεί ο Κουμουτσάκος είναι ως ακροδεξιός – αντιθέτως, θα μπορούσε ενδεχομένως να του προσάψει κάποιος ότι για καιρό ανήκε στη Δεξιά που αντιμετώπιζε με φοβικότητα την Αριστερά.

Το θέμα όμως είναι ευρύτερο, γιατί η κατηγορία εκτείνεται συνολικά στη Ν.Δ. «Το ευρωπαϊκό προφίλ που πασχίζει να χτίσει (σ.σ.: ο πρόεδρος του κόμματος) δεν είναι παρά μια βιτρίνα», ισχυρίζεται η κυβερνητική εκπρόσωπος. Διερωτώμαι, κατ’ αρχάς, πόσο «ευρωπαϊκό» είναι να επιτείνεις την αδυναμία της χώρας σου για να πιέσεις ή να εκβιάσεις την Ευρώπη, ενώ την ίδια ώρα κάθε διαφορετική πολιτική από τη δική σου στιγματίζεται ως ακροδεξιά. Πρόκειται, όμως, για την άλλη όψη του νομίσματος ότι η φυσιολογική, η αυθόρμητη και ανθρώπινη συμπαράσταση του κόσμου προς τους πρόσφυγες είναι «πολιτική», δηλαδή συνιστά έγκριση της πολιτικής της κυβέρνησης. Κλασική τακτική πόλωσης και συκοφάντησης του αντιπάλου, που ακολουθούν παραδοσιακά οι κομμουνιστές. Ακόμη και όταν τρέφουν μπούκλες και φορούν pochette στο σακάκι…

Το σάντουιτς

Σύμφωνα με την παλαιά παράδοση, που νομίζω ότι ουδείς έχει επιχειρήσει να ανατρέψει, το σάντουιτς είναι ένα πράγμα το οποίο συνήθως –όχι πάντα– τρώγεται και το οποίο βασίζεται στην ιδέα ότι, ανάμεσα σε δύο αδιάφορα κομμάτια τροφής (ψωμί), βάζουμε κάτι ενδιαφέρον (ζαμπόν, τυρί και ό,τι αγαπά ο καθένας). Ας ονομάσουμε τη δημιουργό ιδέα «η αρχή του σάντουιτς» (the sandwitch principle, για να εξυπηρετήσουμε και τη διεθνή βιβλιογραφία…).

Παρατηρώ τη διάρθρωση του διοικητικού μηχανισμού της Κομισιόν για το μεταναστευτικό και διαπιστώνω αντιστροφή της αρχής του σάντουιτς. Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι έχουμε δύο φέτες ζαμπόν και στη μέση μία φέτα ψωμί. Ο αντιπρόεδρος Φρανς Τίμερμανς, από τη μία, με την ευθύνη του συντονισμού. Ο Χρήστος Στυλιανίδης με τη χρηματοδότηση και τη διάθεση των κονδυλίων, από την άλλη. Στη μέση, ατάραχος, άγευστος, άοσμος ο Δ.Λ.Ρ.Ο.Ε. Αβραμόπουλος με σχεδόν τίποτα. Εξ ου η εμφανής κατάπτωσή του. Φαίνεται ότι πέρασε ο καιρός του. Τώρα που το φαινόμενο «The Donald» επελαύνει από την Αμερική και απειλεί την παγκόσμια σκηνή, οι Αβραμόπουλοι του διαλογισμού, του οράματος και της κομψής ακινησίας βυθίζονται στην αχλύ της Ιστορίας που προχωρεί και, έτσι, κατακτούν την ανυπαρξία… (Ιδεωδώς, θα ήθελα ένα υποβλητικό φινάλε με έγχορδα – κάτι από Βάγκνερ π.χ.)

Με το φανελάκι

Επανεμφάνιση του παππού της κυβέρνησης, Αλέκου Φλαμπουράρη, χθες, σε τελετή για την παρουσίαση προγράμματος σχετικά με ένα «Ιερό Κουβούκλιο του Παναγίου Τάφου» (ό,τι καταλάβατε, κατάλαβα κι εγώ). Αρεσε πολύ, έμαθα, για το φανελάκι που διακρινόταν μέσα από το πουκάμισό του. Θύμισε στους παλαιότερους τη διαφήμιση: «Και ο παππούς με το φανελάκι;».