ΑΠΟΨΕΙΣ

Δημοψηφίσματα σε Ελλάδα και Βρετανία

Με αφορμή το δημοψήφισμα που πρόκειται να πραγματοποιηθεί στη Βρετανία τον Ιούνιο, αλλά και τις αναφορές της Ζωής Κωνσταντοπούλου στο ελληνικό δημοψήφισμα του περασμένου Ιουλίου, στην εκπομπή «Ιστορίες», έρχεται στο μυαλό μια πολύ ενοχλητική σύγκριση. Το δικό μας δημοψήφισμα ανακοινώθηκε ξαφνικά, διοργανώθηκε βιαστικά, έθεσε ένα αποπροσανατολιστικό δίλημμα στους πολίτες, απέφερε ένα αποτέλεσμα που όχι μόνο δεν έγινε σεβαστό, αλλά ανατράπηκε πλήρως στην πράξη προσβάλλοντας τον θεσμό και τους ψηφοφόρους, και τελικά γελοιοποίησε τη χώρα στα μάτια των Ευρωπαίων, λαών και ηγεσιών. Σκοπός της στήλης δεν είναι η ουσία του διλήμματος που ετέθη τον Ιούλιο του ’15 στον ελληνικό λαό, αλλά η διαδικασία που ακολουθήθηκε.

Η Βρετανία προετοιμάζεται μεθοδικά για το καθοριστικό για το μέλλον της ίδιας αλλά ενδεχομένως και της υπόλοιπης Ευρώπης, δημοψήφισμα. Η παραμονή ή έξοδος από την Ε.Ε. είναι ένα θέμα που οι Βρετανοί σκέπτονται και συζητούν χρόνια. Τώρα, ο Ντέιβιντ Κάμερον αποφάσισε να δώσει οριστικό τέλος στη διελκυστίνδα. Ανέδειξε το δίλημμα στο εσωτερικό της Βρετανίας, ενημέρωσε τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ενωσης, προχώρησε σε εκτενείς διαβουλεύσεις με τα σημαντικότερα εξ αυτών, διαπραγματεύθηκε σκληρά με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, και αφού εξασφάλισε έναν συμβιβασμό που θεωρεί ότι υπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας του, θέτει την κρίσιμη απόφαση στην ετυμηγορία του λαού του χωρίς τυμπανοκρουσίες και χρονικούς περιορισμούς. Τόσο απλά.

Τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχουν προβληθεί εξαντλητικά: στον Τύπο, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στη Βουλή, στον ακαδημαϊκό, επιστημονικό και επιχειρηματικό χώρο. Επειτα από χρόνια προβληματισμού, και μήνες προετοιμασίας, η χώρα έχει εισέλθει στην τελική ευθεία. Με τον πιο ανοιχτό και δημοκρατικό τρόπο.

Το κράτος ετοιμάζει ειδικά ενημερωτικά δελτία για τις επιπτώσεις του «ναι» και του «όχι». Εχουν δημιουργηθεί ομάδες πίεσης, με ελεγχόμενη χρηματοδότηση ώστε να διασφαλίζεται ότι η αντιπαράθεση γίνεται με όρους ισοτιμίας. Οι ειδικοί αφιέρωσαν χρόνο στη διαμόρφωση της σωστής, σαφούς και αντικειμενικής διατύπωσης του ερωτήματος στο οποίο καλούνται να απαντήσουν οι Βρετανοί, ώστε να αντανακλά την πραγματικότητα, να είναι σαφές και κατανοητό, και να διευκολύνει, όχι να δυσκολεύει τον ψηφοφόρο να πάρει την απόφασή του.

Ακούγεται ήσσονος σημασίας, αλλά δεν είναι. Αρχικά, η επιλογή ήταν ανάμεσα στο «Ναι» και το «Οχι» στο απλό ερώτημα «Πρέπει το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει μέλος της Ε.Ε.;». Ωστόσο, η Επιτροπή Εκλογών υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη διατύπωση ίσως να έδινε ένα πλεονέκτημα στην πλευρά που επιθυμεί την παραμονή στην Ε.Ε. Ετσι, η κυβέρνηση Κάμερον άλλαξε το ερώτημα και το έκανε: «Πρέπει το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει μέλος της Ε.Ε. ή να αποχωρήσει από την Ε.Ε.;». Οι δε απαντήσεις δεν είναι πλέον «Ναι» και «Οχι», αλλά «Να παραμείνει μέλος της Ε.Ε.» και «Να αποχωρήσει από την Ε.Ε.». Μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται πιο απλές απαντήσεις το «Ναι» και το «Οχι», αλλά το πρώτο έχει μια θετική χροιά, ενώ το δεύτερο μια αρνητική, και έτσι άλλαξε και η απάντηση, θωρακίζοντας με πλήρη αντικειμενικότητα τη διαδικασία.

Ολα αυτά είναι μάλλον ψιλά γράμματα για την Ελλάδα όπου στο δημοψήφισμα του περασμένου Ιουλίου το ερώτημα που ετέθη ήταν περίπου 70 λέξεις και απευθυνόταν σε έμπειρους λύτες, ενώ ο πολίτης καλείτο να απαντήσει «Ναι» ή «Οχι» και μάλιστα με αντίστροφη σειρά όπου ως πρώτη επιλογή εμφανιζόταν το «Οχι», αντιβαίνοντας στην κοινή λογική.