ΑΠΟΨΕΙΣ

Είναι η ζωή ένα μονοπλάνο;

​​Είμαστε πέντε θεατές όλοι κι όλοι στην απογευματινή προβολή της ταινίας «Βικτώρια» του Γερμανού Σεμπάστιαν Σίπερ, σε κινηματογράφο του ευρύτερου αθηναϊκού κέντρου. Δεν έφυγε κανείς στο διάλειμμα παρά το γεγονός ότι η ταινία είναι ένα μονοπλάνο (συνεχής «ροή» της εικόνας, μια διαρκής λήψη, δηλαδή, που δεν διακόπτεται) 138 λεπτών, και οι θεατές έμοιαζε να έχουν έρθει μάλλον «τυφλά» στο «Βικτώρια» και όχι εν γνώσει της ιδιομορφίας της. Βέβαια, αν δεν έχεις πληροφορηθεί ότι πρόκειται για μονοπλάνο δύσκολα το αντιλαμβάνεσαι· η εκτέλεση είναι ένα τεχνικό επίτευγμα.

Το σενάριο μπορεί να είναι «χιλιοειπωμένο», ίσως και αφελές στις απλουστεύσεις του, έχει όμως μια συνοχή στην αλληλουχία των συμπτώσεων τέτοια, που καταλήγει να είναι ένα οδοιπορικό ζωής. Σαν οι ήρωες να διανύουν δεκαετίες μέσα σε δύο ώρες και δέκα λεπτά. Η υπόθεση απλή: ένα νεαρό κορίτσι από τη Μαδρίτη ζει εδώ και τρεις μήνες στο Βερολίνο, δουλεύοντας σε μια καφετέρια. Ενα βράδυ – ξημερώματα, γνωρίζει τέσσερις περιθωριακούς νεαρούς Βερολινέζους τους οποίους ακολουθεί σε μια «βόλτα» στη σκοτεινή πλευρά της πόλης, που εξελίσσεται σε συναπάντημα με συμμορίες, ναρκωτικά, ληστείες και (πολύ) θάνατο.

Είναι η ζωή ένα μονοπλάνο; Γιατί όχι; Αν κάνει κανείς ένα βήμα πίσω και παρακολουθήσει την αλληλουχία των κινήσεων που συνθέτουν τις επιλογές, τις διαδρομές, τις επιθυμίες, τις κρυφές και φανερές συναντήσεις (με τον εαυτό του και με άλλους), ό,τι συναπαρτίζει τον βίο του, μπορεί να δει το δικό του μονοπλάνο. Με αναρίθμητες αποχρώσεις και εναλλαγές, καθόλου μονότονο, ακόμη κι όταν μοιάζει πληκτικό ή συνηθισμένο.

Η Βικτώρια, πλένοντας τα δόντια της ύστερα από το ξενύχτι, αποφασίζει να περάσει στην παρανομία… Λίγο πριν έχει ερμηνεύσει, με οίστρο, στο πιάνο το «Μεφίστο Βαλς» του Λιστ, με μοναδικό ακροατή έναν εκ των τεσσάρων νεαρών, τον μόνο που μιλάει κάπως αγγλικά, και με τον οποίο φλερτάρει. Τι ανέκοψε μια ενδεχόμενη καριέρα πιανίστριας; Η απόρριψη από το οικείο περιβάλλον είναι καλά φωλιασμένη μέσα της και κάνει, σαν το σαράκι, ανενόχλητα τη δουλειά της. Αλλιώς ξεκινάει η Βικτώρια, στο μεταίχμιο ανάμεσα στις δύο μέρες, και αλλιώς καταλήγει νωρίς το πρωί. Ενα κορίτσι 19-23 χρονών, με τα χαρακτηριστικά της γενιάς της (χωρίς σταθερή δουλειά, ταξιδεύει, κάπως μοναχική, ψάχνει το καλύτερο, «κάτι» που δεν ξέρει, μοιάζει αποπροσανατολισμένη και επιρρεπής στις τυχαίες συναντήσεις, ανοιχτή στις «εμπειρίες») καταλήγει αρχηγός, σχεδόν, μιας συμμορίας. Η μόνη ψύχραιμη και κυνικά ικανή να πάρει αποφάσεις σε κρίσιμες στιγμές, όταν ο θάνατος φαίνεται να είναι η μόνη εκδοχή.

Ενα ταξίδι στη σκοτεινή πλευρά; Της πόλης, των ανθρώπων, των σχέσεων, της κοινωνίας; Ασφαλώς. Αλλά αυτό είναι το προφανές. Η δεσμευτικά και τεχνικά εξαιρετικά απαιτητικά επιλογή του μονοπλάνου είναι ταυτόχρονα και πολύ απελευθερωτική. Ο,τι πάει και ό,τι έρθει. Με απόλυτο συγχρονισμό και εξαντλητική προετοιμασία – για να μην παρεξηγηθούμε. Ομως αυτή η επιμήκυνση της στιγμής, η προέκταση του χρόνου, που είναι ο ρεαλιστικός χρόνος, μπορεί να χωρέσει τόσα πολλά μέσα σε δύο ώρες και δέκα λεπτά.

Τι είναι αυτή η γενιά που πορεύεται χωρίς στόχο και πρόγραμμα στους δρόμους ενός ευρύχωρου, έρημου σχεδόν τα ξημερώματα, σιωπηλού Βερολίνου; Η πιο ορατή επιθυμία των πέντε αυτών, περιπλανώμενων, είναι να βγάλουν τη μέρα. Να μαζέψουν κέρματα για μια μπίρα, ένα τσιγαριλίκι, να κάνουν πλάκα, να προκαλέσουν, να πνίξουν ό,τι τους ζορίζει: το παρελθόν, σχεδόν κατά κανόνα τραυματικό, το μέλλον από το οποίο αισθάνονται εξορισμένοι. Σα να παρακολουθείς μια πεταλούδα, χωρίς να τη χάνεις από το βλέμμα σου, σε μια ασαφή πορεία, απρόβλεπτη, ασυντόνιστη, ώς το προδιαγεγραμμένο τέλος. Προδιαγεγραμμένο γιατί είναι τυφλό για τους ίδιους και μη ορατό για τους άλλους.