ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο πιο μακρύς δρόμος

Κάθε μέρα που περνάει η προσφυγική κρίση δεν διογκώνεται μόνο, γίνεται και πιο πολύπλοκη γεωπολιτικά, διαχειριστικά, ψυχολογικά. Υπάρχουν πτυχές του θέματος που ούτε καν υποψιαζόμαστε και άλλες τις οποίες δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε γιατί δεν ανήκουν στο δυτικό σύστημα σκέψης και αξιών. Η προχθεσινή ενημερωτική εκπομπή του ΣΚΑΪ «Η Ελλάδα στον καθρέφτη», βασισμένη στην έρευνα της διαΝΕΟσις για το προσφυγικό πρόβλημα, ήταν αποκαλυπτική ως προς αυτές τις παραμέτρους. Η σφυγομέτρηση έγινε πριν από λίγες ημέρες σε δείγμα 1.220 ατόμων από όλη την Ελλάδα. Εν συντομία:

Σήμερα, μόνο ένας στους πέντε Ελληνες μοιάζει να έχει ακριβή εικόνα για το μέγεθος του προσφυγικού προβλήματος. Το μεγαλύτερο ποσοστό υποεκτιμά το μέγεθος των προσφυγικών ροών, ενώ οι γνώσεις του για τις επιμέρους πτυχές του ζητήματος εμφανίζονται περιορισμένες. Ενώ οι ερωτώμενοι δηλώνουν απογοητευμένοι από τη στάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της ελληνικής κυβέρνησης, αντιθέτως, επιδοκιμάζουν τη στάση των κατοίκων των νησιών που υποδέχονται τους πρόσφυγες, τη δράση φορέων του κράτους – κυρίως του λιμενικού και των ΜΚΟ. Οι πολίτες εκφράζουν, επίσης, σε σημαντικά ποσοστά, αισθήματα και απόψεις συμπάθειας και αλληλεγγύης απέναντι στους πρόσφυγες. Στην εκπομπή όλοι οι ομιλητές (επιστήμονες, πολιτικοί και δημοσιογράφοι) ήταν πολύ προσεκτικοί στις διατυπώσεις τους, δίνοντας στον τηλεθεατή τον χρόνο να σκεφτεί πριν οργιστεί με το κράτος ή συγκινηθεί με τις «δραματικές εικόνες». Η παράθεση στοιχείων και απόψεων καταδείκνυε το πολιτισμικό πρόβλημα, από τα μεγαλύτερα της πρόσφατης ιστορίας, χωρίς να αφαιρούνται οι συγκλονιστικές παράμετροι της ανθρώπινης τραγωδίας.

Χθες το πρωί έτυχε να δω το ντοκιμαντέρ της Μαριάννας Οικονόμου «Ο πιο μακρύς δρόμος», το οποίο θα προβληθεί στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης την ερχόμενη Τετάρτη 16 του μηνός και συμπεριλαμβάνεται στο αφιέρωμα για τους «Πρόσφυγες». Επί δύο χρόνια (πριν από την προσφυγική κρίση) η σκηνοθέτρια παρακολουθούσε την υπόθεση δύο ανηλίκων παράτυπων μεταναστών που εκρατούντο στις φυλακές (για νέους) του Βόλου με την κατηγορία τη διακίνησης μεταναστών. Ο Τζασίμ από το Ιράκ και ο Αλσάλεχ από τη Συρία γνωρίστηκαν στο κελί και έγιναν φίλοι. Για τις κινηματογραφικές αρετές της ταινίας θα έχουμε την ευκαιρία να μιλήσουμε προσεχώς. Τώρα, θα περιοριστούμε στη μία από τις δεκάδες εξαιρετικά σοβαρές πτυχές του θέματος που διερευνά η Μ. Οικονόμου.

Ο ένας από τους δύο κρατούμενους αποφυλακίστηκε ύστερα από 18 μήνες, καθώς η κατηγορία που τον βάρυνε αποδείχθηκε ανυπόστατη. Ο δεύτερος αποφυλακίστηκε ύστερα από λίγους μήνες και σήμερα αγνοείται η τύχη του. Δεκαοκτώ, περίπου, χρόνων, πλέον, και οι δύο, με «πολύ καλή διαγωγή» στο διάστημα της φυλάκισής τους, πήγαιναν σχολείο (ο ένας τελείωσε το δημοτικό), έμαθαν να συνεννοούνται καλούτσικα στα ελληνικά. Ο Τζασίμ ισχυριζόταν ότι ο Τούρκος διακινητής τον υποχρέωσε, απειλώντας τον με τη ζωή μιας γυναίκας και του παιδιού της, να οδηγήσει μια βάρκα στα ελληνικά παράλια και από εκεί πίσω, πάλι, στα τουρκικά. «Κανείς δεν με πιστεύει, κανείς δε με ακούει», μονολογούσε σχεδόν στη φυλακή. Γνώριζαν ότι το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να τους προσφέρει καμία φροντίδα (στις φυλακές βέβαια συνάντησαν υπαλλήλους που τους στήριξαν και τους βοήθησαν), ένιωθαν εγκλωβισμένοι, η μόνη επιθυμία τους ήταν να εγκαταλείψουν τη χώρα. Μετά τη φυλακή, ο Τζασίμ και ο Αλσάλεχ δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ.

Η ενημερωτική εκπομπή και το ντοκιμαντέρ λειτούργησαν συμπληρωματικά. Το «προσφυγικό» απομακρύνθηκε, για λίγο, από τις κραυγές και την οχλοβοή. Βρέθηκε στην επικράτεια της σύνθεσης των στοιχείων. Εκεί όπου η συγκίνηση μπορεί να συγκατοικήσει με τη λογική και να οδηγήσει σε λύσεις.