ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Λευκή Βίβλος της εξωτερικής πολιτικής

Ε​​ίναι σαφές ότι δεν διανύουμε την καλύτερη περίοδο στη σύγχρονη ιστορία μας όσον αφορά την εικόνα της χώρας, με κυριότερο πρόβλημα αυτό που οι εταίροι μας αντιλαμβάνονται ως έλλειμμα αξιοπιστίας. Ως αποτέλεσμα δε της οικονομικής κρίσης, τα μέσα άσκησης εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής είναι περιορισμένα σε σχέση με το παρελθόν. Οι προκλήσεις είναι πολλαπλές.

Για τον σκοπό αυτό, το ΕΛΙΑΜΕΠ προχώρησε σε μια αναλυτική μελέτη για το θέμα, που έχει τρεις βασικούς στόχους:

• Να σκιαγραφήσει τα χαρακτηριστικά και τις κύριες τάσεις στο μέτωπο της ασφάλειας στον 21ο αιώνα.

• Να καταγράψει τα τρέχοντα και μελλοντικά διλήμματα, προκλήσεις και ενδεχόμενες ευκαιρίες για την ελληνική εξωτερική πολιτική, άμυνα και ασφάλεια.

• Να διατυπώσει ρεαλιστικές προτάσεις πολιτικής για την επίτευξη των συμφωνημένων στόχων διά της βέλτιστης αξιοποίησης των συντελεστών εθνικής ισχύος.

Bασικές αρχές

Οι βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν την εθνική εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με τη μελέτη του ΕΛΙΑΜΕΠ, περιλαμβάνουν:

• Την κάλυψη των θεσμικών κενών στους τομείς του στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων (σε εθνικό επίπεδο), μεταξύ άλλων με τη θεσμική σύνδεση εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας.

• Τη θεσμοθέτηση θέσεων μόνιμων υφυπουργών σε καίρια υπουργεία.

• Την πολυδιάστατη διπλωματία, με ρεαλιστικούς στόχους στη βάση ιεράρχησης προτεραιοτήτων.

• Την τακτική ευελιξία, στο πλαίσιο όμως στρατηγικής σταθερότητας.

• Την οικοδόμηση τακτικών και στρατηγικών συμμαχιών και την επιδίωξη συνεργασιών σε όλα τα επίπεδα και κατευθύνσεις.

• Mεγαλύτερη εξωστρέφεια και παρουσία σε διεθνείς οργανισμούς και άλλα φόρα.

• Συστηματική προσπάθεια προβολής γεωστρατηγικής αξίας της χώρας.

• Τη διατήρηση επαρκούς αποτρεπτικής ικανότητας στο πλαίσιο μιας μεικτής στρατηγικής εσωτερικής και εξωτερικής εξισορρόπησης εξωτερικών απειλών για την ελληνική ασφάλεια.

• Την αποτελεσματική αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων εργαλείων ήπιας ισχύος (απόδημος ελληνισμός, πολιτιστική διπλωματία, οικονομική διπλωματία, κοινοβουλευτική διπλωματία κ.ά.).

• Mεγαλύτερη δραστηριοποίηση και προσπάθεια απόκτησης διακριτού ρόλου μέσα στην E.E. και στο NATO (niche diplomacy, added value).

• Kαλή κατανόηση συμφερόντων άλλων χωρών.

• Συστηματική χρησιμοποίηση του εργαλείου της ανάλυσης κόστους – οφέλους για τη λήψη αποφάσεων.

• Aλλαγή νοοτροπίας, με την απομάκρυνση από τη λογική των μόνιμων φίλων ή εχθρών στην κατεύθυνση των μόνιμων –ή έστω μακροπρόθεσμων– συμφερόντων (και την καταγραφή αυτών).

• Bαθιές τομές στον τομέα της εκπαίδευσης και διαρκούς επιμόρφωσης του ανθρώπινου δυναμικού.

• Θεσμική συνεργασία αρμόδιων φορέων σε ζητήματα ενέργειας.

• Aναζήτηση τρόπων θεσμικής διασύνδεσης και συνεργασίας μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας και των φορέων χάραξης και άσκησης πολιτικής.

O γεωπολιτικός χώρος

Σε επίπεδο γεωπολιτικής ανάλυσης, αναφέρει η μελέτη, πρέπει να αναδειχθούν ορισμένες ζώνες ειδικού ενδιαφέροντος και προτεραιότητας για την Ελλάδα. Ενας εξ αυτών είναι ο χώρος άμεσης ελληνικής οικονομικής –και δυνητικά άμεσης ή έμμεσης πολιτικής– επιρροής, που εκτείνεται στην Kύπρο, την Aλβανία και την ΠΓΔM. Σε ευρωπαϊκό-περιφερειακό επίπεδο και στη βάση κοινών συμφερόντων ή, συχνότερα, ανησυχιών, οι χώρες προτεραιότητας είναι η Iταλία, η Iσπανία, η Bουλγαρία και η Σερβία. Ο χώρος έμμεσης στρατηγικής επιρροής και συνεργασίας στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο περιλαμβάνει το Iσραήλ και την Aίγυπτο, ενώ ισχυροί στρατηγικοί εταίροι στο πλαίσιο της E.E. ή/και του NATO, αλλά και σε διμερές επίπεδο, είναι οι HΠA, η Γερμανία και η Γαλλία. Πέραν των μεγάλων παικτών, υπάρχουν οι υπόλοιποι θεσμικοί εταίροι της χώρας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Τέλος, υπάρχουν οι χώρες με τις οποίες υφίσταται ειδική σχέση. Η μετατροπή, όμως, της ειδικής αυτής σχέσης σε συγκεκριμένα στρατηγικά οφέλη δεν είναι ούτε αυτόματη ούτε εύκολη διαδικασία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται χώρες όπως η Pωσία, η Kίνα, το Iράν, η Aρμενία και η Παλαιστινιακή Aρχή.

Στο πλαίσιο αυτό θα εξεταστούν οι σχέσεις με την Ε.Ε. και τις παγκόσμιες δυνάμεις, καθώς και περιοχές σημερινού και μελλοντικού ενδιαφέροντος. Θα εξεταστεί επίσης μια σειρά ειδικών θεμάτων και εργαλείων άσκησης εξωτερικής πολιτικής (αμυντική πολιτική και πολιτική εσωτερικής ασφάλειας, οικονομική διπλωματία, ενέργεια, απόδημος ελληνισμός, μετανάστευση, πολυμερής διπλωματία, πολιτιστική διπλωματία), αλλά και το θεσμικό πλαίσιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Αν θεωρήσουμε ότι η Ε.Ε. –με όλα τα προβλήματά της– παραμένει το κεντρικό θεσμικό πλαίσιο για την ελληνική εξωτερική και οικονομική πολιτική, η ανάπτυξη μιας επωφελούς σχέσης με άλλες σημαντικές δυνάμεις με τις οποίες η Ελλάδα διατηρεί μια παραδοσιακή συμμαχική σχέση, όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία ή η Κίνα, προϋποθέτει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για τον ρόλο μας στην ευρύτερη περιοχή. Τις δυνάμεις αυτές θα πρέπει να τις δούμε ως συμπληρωματικές και όχι ως εναλλακτικές στρατηγικές επιλογές. Η γεωπολιτική στρατηγική πρέπει να αποφεύγει ευχολόγια και γενικόλογες διακηρύξεις, εστιάζοντας αντ’ αυτού σε ρεαλιστικές επιλογές και συγκεκριμένες ενέργειες.

Το προσφυγικό

Σχετικά με το πιεστικό ζήτημα της τρέχουσας επικαιρότητας, μια αποτελεσματική πολιτική διαχείρισης των προσφυγικών-μεταναστευτικών ροών, σύμφωνα με το ΕΛΙΑΜΕΠ, πρέπει να έχει τα ακόλουθα οκτώ σκέλη:  

1. Ταχύς τερματισμός της συριακής σύγκρουσης.

2. Παροχή βοήθειας στις γειτονικές χώρες (Ιορδανία, Λίβανο, Τουρκία).

3. Παροχή κινήτρων στην Τουρκία για να συγκρατήσει τις ροές και να δεχθεί επιστροφή μεταναστών.

4. Αποτελεσματικότερη φύλαξη των ευρωπαϊκών εξωτερικών συνόρων με ευρωπαϊκά μέσα.

5. Εφαρμογή των αποφάσεων για μετεγκατάσταση προσφύγων σε όλες τις χώρες-μέλη της Ε.Ε.

6. Παροχή πρόσθετης βoήθειας στην Ελλάδα.

7. Ασκηση ισχυρών πιέσεων για μεγαλύτερο αριθμό επαναπατρισμών.

8. Πολιτικές ένταξης.

Ελληνορωσικές σχέσεις

H επιλογή περαιτέρω σύσφιγξης των ελληνορωσικών σχέσεων θα μπορούσε να έχει γεωπολιτικά οφέλη για την Eλλάδα. Kάθε χώρα οφείλει να αναπτύσσει μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και να διευρύνει τα γεωπολιτικά ερείσματά της. Tα τελευταία χρόνια, με το άνοιγμα προς τη Mόσχα με κεντρικό μοχλό την ενεργειακή συνεργασία, η Aθήνα ορθώς επεδίωξε στρατηγικά οφέλη πέραν του ευρωατλαντικού πλαισίου, ενώ επιθυμούσε να στείλει το μήνυμα προς την Oυάσιγκτον και σε όποιον άλλο ενδιαφερόμενο αποδέκτη ότι δεν πρέπει να θεωρείται «απολύτως δεδομένη» (αλλά ούτε και εντελώς απρόβλεπτη) σε όλα τα ζητήματα.

Ωστόσο, η έλλειψη συνέχειας στην ελληνική εξωτερική πολιτική και οι εξελίξεις στις σχέσεις Pωσίας – Δύσης δεν επέτρεψαν την επιτυχημένη υλοποίηση της ανωτέρω πολιτικής.

Aπέναντι στη Mόσχα, η Aθήνα θα πρέπει να κινηθεί μέσα σε ένα πλαίσιο με τέσσερις διαστάσεις: την ευρωπαϊκή (με την Eλλάδα πιθανότατα να προτιμά οι σχέσεις της με τη Ρωσία να διέπονται από το γενικότερο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής, αλλά εκμεταλλευόμενη κάθε περιθώριο ευελιξίας), την ευρωατλαντική, την περιφερειακή και τη διμερή. Kεντρική μεταβλητή της εξίσωσης αναμένεται να αποτελέσει η ενέργεια.

Πρέπει να είναι αντιληπτό, ωστόσο, ότι η Pωσία, όπως κάθε σοβαρή χώρα, χαράσσει εξωτερική πολιτική με κριτήριο τα εθνικά συμφέροντα και όχι συναισθηματικές θεωρήσεις περί ομόθρησκων λαών και ιστορικών συμμάχων. Αρα η οποιαδήποτε περαιτέρω σύσφιγξη σχέσεων με την Aθήνα δεν θα είναι σε βάρος των σημαντικότατων οικονομικών σχέσεων της Mόσχας με την Aγκυρα. Επιπλέον, η ικανοποιητική διευθέτηση των κυριότερων ζητημάτων που απασχολούν την ελληνική εξωτερική πολιτική, αλλά και η πορεία της ελληνικής οικονομίας, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις Bρυξέλλες και την Oυάσιγκτον, με το ειδικό βάρος της Mόσχας στα ζητήματα αυτά –πλην, σε κάποιο βαθμό, του Kυπριακού– να είναι περιορισμένο.