ΑΠΟΨΕΙΣ

Το όνειδος της Ειδομένης

Το δράμα των προσφύγων στην Ειδομένη μάς υποχρεώνει, αν θέλουμε να πάρουμε την υφιστάμενη διεθνή νομοθεσία στα σοβαρά, να δούμε την ποινική διάσταση που αναδεικνύεται μέσα από την ευάλωτη κατάστασή τους. Οι πρόσφυγες της Ειδομένης βρίσκονται στον πυρήνα μιας έσχατης ανθρωπιστικής κρίσης, στερούμενοι στέγης, τροφής, προστασίας από τα στοιχεία της φύσης, στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής, εξαρτημένοι στο ακέραιο από τη φιλευσπλαχνία τρίτων και εκτεθειμένοι σε παντοειδείς κινδύνους υγείας. Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι αυτοί έχουν την αποκλειστική ευθύνη της δυστυχίας τους, τούτο θα ίσχυε μόνον εν μέρει, αφού μεταξύ αυτών υπάρχει μεγάλος αριθμός παιδιών. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, υπάρχει το ανελαστικό δεδομένο ότι αν είχε επιτραπεί η διέλευσή τους, αν δηλ. δεν είχαν παρεμποδιστεί οι πρόσφυγες να εγκαταλείψουν τη χώρα, το όνειδος της Ειδομένης δεν θα υπήρχε.

Από πλευράς ποινικού δικαίου το ζήτημα της Ειδομένης δεν διαφέρει δομικά από την περίπτωση εκείνου που επιχειρεί να διασωθεί από μια επικίνδυνη κατάσταση, παρεμποδίζεται όμως από κάποιον τρίτο, π.χ. ο κινδυνεύων να πνιγεί στη θάλασσα παρεμποδίζεται από τρίτον να προσεγγίσει ένα σωσίβιο. Η περίπτωση αυτή αποκαλείται στη θεωρία του ποινικού δικαίου «διακοπή (παρεμπόδιση, ματαίωση) αιτιώδους σωστικής διαδρομής». H διακοπή, όπως και η παρεμπόδιση, μιας σωστικής διαδικασίας έχει παλαιόθεν αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης στην ποινική επιστήμη και νομολογία. Κατά την ορθότερη γνώμη η παρεμπόδιση κάποιου προσώπου να σωθεί συνιστά πρόκληση του βλαπτικού αποτελέσματος με ενέργεια. Τούτο συμβαίνει ακόμη και όταν ο παθών (του οποίου τη σωτηρία παρεμπόδισε ο υπό κρίση δράστης) είχε εκτεθεί εξ ιδίας υπαιτιότητος στον κίνδυνο που τελικά πραγματώθηκε επειδή διεκόπη η σωστική αλληλουχία. Ετσι, σε υπόθεση που απασχόλησε το ισπανικό Ακυρωτικό, το γεγονός ότι ο δράστης, του οποίου η σύζυγος είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει με λήψη φαρμάκων, απέτρεψε τον γιατρό να της παράσχει πρώτες βοήθειες παριστώντας του ψευδώς ότι «όλα ήταν εντάξει», συνιστά ανθρωποκτονία εκ προθέσεως ως αν ο ίδιος ο σύζυγος είχε χορηγήσει τη βλαπτική ουσία στην παθούσα.

Η μεταφορά των ανωτέρω στην περίπτωση των προσφύγων της Ειδομένης είναι παραπάνω από προφανής. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ως «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» νοείται, μεταξύ άλλων, εφόσον διαπράττεται ως μέρος ευρείας και συστηματικής επίθεσης που κατευθύνεται κατά οποιουδήποτε αμάχου πληθυσμού, και η «εξόντωση» καθώς και η «δίωξη κατά οποιασδήποτε αναγνωρίσιμης ομάδας ή κοινότητας για λόγους πολιτικούς, φυλετικούς, εθνικούς, εθνοτικούς, πολιτιστικούς, θρησκευτικούς ή λόγους φύλου, […] ή άλλους λόγους που αναγνωρίζονται παγκοσμίως ως ανεπίτρεπτοι κατά το διεθνές δίκαιο […]». Σύμφωνα δε με την παρ. 2 περίπτ. β΄ του ίδιου άρθρου, η «εξόντωση» περιλαμβάνει τη «με πρόθεση επιβολή συνθηκών ζωής, μεταξύ άλλων στέρηση πρόσβασης σε τροφή και φάρμακα, υπολογισμένων να επιφέρουν την καταστροφή μέρους του πληθυσμού». Βεβαίως, μπορεί να αντιταχθεί ότι η «επιβολή» των ανωτέρω «συνθηκών ζωής» δεν συνιστά «μέρος ευρείας και συστηματικής επίθεσης» κατά της συγκεκριμένης ομάδας ατόμων. Ομως τότε τι νόημα έχουν όλοι οι πολλαπλοί φράχτες που ανεγείρονται στα διάφορα μέρη της Ευρώπης; Επίσης μπορεί να ειπωθεί ότι η παρεμπόδιση της διέλευσης δεν είναι «υπολογισμένη να επιφέρει την καταστροφή». Ομως η διάταξη, με τη λέξη «υπολογίζω», εννοεί και την αποδοχή. Δεν απαιτεί επομένως μόνο επιδίωξη αλλά αρκείται και σε ενδεχόμενο δόλο. Συνάγεται λοιπόν ότι η έννοια της «εξόντωσης» στην παραπάνω διάταξη δεν εξικνείται μέχρι του σημείου της φυσικής εξόντωσης, δηλ. της ανθρωποκτονίας, αλλά ότι αρκεί η με πρόθεση επιβολή συγκεκριμένων συνθηκών ζωής, μεταξύ των οποίων απαριθμούνται εν είδει γενικής ρήτρας (ενδεικτικά και όχι αποκλειστικά) η στέρηση πρόσβασης σε τρόφιμα και φάρμακα.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η παρεμπόδιση διέλευσης συνιστά κλασική περίπτωση διακοπής αιτιώδους σωστικής διαδρομής, η οποία εφαρμόζεται και στο διεθνές ποινικό δίκαιο σύμφωνα με το άρθρο 21 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Τη σοβαρότητα του ζητήματος αντιλαμβανόμαστε εναργέστερα αν αναλογισθούμε πόσο εγγύς βρίσκεται η κατάσταση των προσφύγων της Ειδομένης στο έγκλημα της γενοκτονίας (με τη μορφή της επιβολής συνθηκών ζωής υπολογισμένων να επιφέρουν τη φυσική καταστροφή της, εν όλω ή εν μέρει). Στα φαινόμενα αυτά η διεθνής κοινότητα δεν επιτρέπεται να εθελοτυφλεί. Αν το πράττει, ο νομικός πολιτισμός που επαίρεται ότι διαμόρφωσε καθίσταται γράμμα κενό και κύμβαλον αλαλάζον.

*Ο κ. Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος είναι καθηγητής ΕΚΠΑ – πρόεδρος Ινστιτούτου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Ποινικού Δικαίου.