ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απαξίωση ενός συνταγματικού κεκτημένου

Τον δημόσιο βίο, αλλά και τους νομικούς της χώρας μας, έχει απασχολήσει ιδιαιτέρως τον τελευταίο καιρό ο πρόσφατος ν. 4339/2016 με τον οποίο περιορίζονται μόλις σε τέσσερις οι δημοπρατούμενες τηλεοπτικές άδειες, ενώ η διοργάνωση της σχετικής διαγωνιστικής διαδικασίας για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών ανατίθεται στον υπουργό Επικρατείας. Ο ν. 4330/2016 πάσχει πολλαπλώς, όπως συνάδελφοι καθηγητές, κυρίως του συνταγματικού δικαίου, έχουν επισημάνει, αφού με πρόδηλα αντισυνταγματικό τρόπο παρακάμπτει την αποκλειστική, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), απονέμοντας τη σχετική αρμοδιότητα χορήγησης των τηλεοπτικών αδειών στον υπουργό Επικρατείας. Επιτρέψτε μου, όμως, με την παρούσα παρέμβασή μου, να αναφερθώ συνοπτικά στην ιστορική εξέλιξη του ΕΣΡ και στον sine qua non ρόλο που του έχει αναθέσει το ισχύον Σύνταγμα όσον αφορά στην εποπτεία του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, ρόλου απολύτως αναγκαίου για την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατικής αρχής σε μια ευνομούμενη πολιτεία.

Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ανήκει στις συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές (άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, άρθρο 1 παρ. 1 ν. 2863/2000), τα μέλη του οποίου απολαύουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκεινται σε διοικητικό έλεγχο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Το ΕΣΡ συστάθηκε με τον ν. 1866/1989 κατά το πρότυπο των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών. Τη νομική φύση του ΕΣΡ, ως Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής βάσει των διατάξεων του ν. 1866/1989, αποδέχθηκε νωρίς και αναγνώρισε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έκρινε ότι το ΕΣΡ «ασκεί αυτό τούτο τον άμεσον, κατά την ως άνω συνταγματικήν διάταξιν, έλεγχον του κράτους επί της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως, διά την εξασφάλισιν της αντικειμενικότητος, της ισότητος των όρων και της προαγωγής της ποιότητας των προγραμμάτων, καθώς και της εκφράσεως της πολυφωνίας και της τηρήσεως της δημοσιογραφικής δεοντολογίας».

Παρά ταύτα, η ανεξαρτησία του ΕΣΡ παρέμεινε περιορισμένη επί σειράν ετών. Κύριες αιτίες υπήρξαν η έλλειψη κανονιστικών αρμοδιοτήτων του οργάνου (με ιδιαιτέρως σημαντική εξαίρεση την έκδοση οδηγιών και συστάσεων προς τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς για την τήρηση των αρχών της δημοσιογραφικής δεοντολογίας), η εξάρτηση της άσκησης των κυρωτικών αρμοδιοτήτων του από την πρωτοβουλία του υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, η περιορισμένη διοικητική και δημοσιονομική αυτοτέλειά του, η εξάρτηση της λειτουργίας του από τη σύμπραξη του υπουργού και των υπηρεσιών του υπουργείου Τύπου και ΜΜΕ και η υπαγωγή των αποφάσεών του στον έλεγχο νομιμότητας του υπουργού Τύπου και ΜΜΕ.

Σημείο καμπής αποτέλεσε η αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001, οπότε και κατοχυρώθηκαν συνταγματικά οι αρμοδιότητες και η ανεξαρτησία του ΕΣΡ, ώστε να μην υφίσταται πλέον κανένα πρόβλημα δημοκρατικής νομιμοποίησής του. Μάλιστα, στο αναθεωρημένο άρθρο 15 του Συντάγματος η δημοκρατική αρχή πρέπει να ερμηνευθεί ως στήριγμα της ανεξαρτησίας και της αποκλειστικής αρμοδιότητας του ΕΣΡ. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, το ΕΣΡ δεν έχει μεν αυτόνομη κανονιστική αρμοδιότητα, είναι όμως αποκλειστικά αρμόδιο για την άσκηση του αμέσου ελέγχου του κράτους στη ραδιοτηλεόραση, δηλαδή για τη διοικητική εφαρμογή ή εκτέλεση της ισχύουσας ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας, καθώς και για τον έλεγχο της τήρησής της μέσω της επιβολής διοικητικών κυρώσεων. Η αρμοδιότητα για την εφαρμογή των κανόνων παροχής κάθε είδους ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών ανήκει πλέον σαφώς στο ΕΣΡ και μόνον.

Εντούτοις, δεκαπέντε χρόνια μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 και την πανηγυρική κατοχύρωση του ΕΣΡ, ο Ελληνας νομοθέτης αποφάσισε με το άρθρο 2Α ν. 4339/2015 να απαξιώσει κατά τρόπο αντισυνταγματικό την Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή, αποψιλώνοντάς την από τη σημαντικότερη των αρμοδιοτήτων άμεσου ελέγχου που το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος σαφώς της αναθέτει: την αρμοδιότητα χορήγησης των τηλεοπτικών αδειών. Με έωλα νομικά και τεχνικού χαρακτήρα επιχειρήματα για το εύρος του ψηφιακού φάσματος αποπειράται να παρακαμφθεί η αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ για τη χορήγηση των τηλεοπτικών αδειών, φαλκιδεύοντας το σαφές νόημα των συνταγματικών διατάξεων και περιορίζοντας το ΕΣΡ σε έναν εποπτικό και μόνο ρόλο αναφορικά με την επιβολή κυρώσεων. Με τον τρόπο, όμως, αυτό εγκαταλείπεται παντελώς το πνεύμα των συνταγματικών διατάξεων που αποσκοπούν στην απεμπλοκή της ραδιοτηλεόρασης από τον άμεσο κυβερνητικό έλεγχο που εγκυμονεί πάντοτε κινδύνους για την αναγκαία πολυφωνία και τον πλουραλισμό σε μια δημοκρατική κοινωνία. Και κάπως έτσι, με κατάφωρη παραβίαση του γράμματος και του πνεύματος του Συντάγματος, αποχαιρετούμε στην ουσία την πρώτη Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή που θεσμοθετήθηκε στην Ελλάδα: sic transit gloria ΕΣΡ, λοιπόν!

* Ο κ. Ιωάννης Καράκωστας είναι ομότιμος καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών, τ. αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Αθηνών.