ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπουργοί με γνώση του αντικειμένου τους

Στη δεινή θέση που βρίσκεται σήμερα η Ελλάδα δεν υπάρχουν περιθώρια για ανικανότητα και άγνοια. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να βρίσκονται σε κρίσιμα κυβερνητικά αξιώματα άνθρωποι κατώτεροι των περιστάσεων. Κι όμως, είναι πλέον σαφές ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αυτό ακριβώς συμβαίνει. Πολλοί υπουργοί είναι απελπιστικά «λίγοι». Την παραπάνω επώδυνη διαπίστωση ήρθαν να ενισχύσουν οι συγκρίσεις που αναπόφευκτα έγιναν κατά την προχθεσινή παρουσίαση από το ΕΛΙΑΜΕΠ της «Λευκής Βίβλου για την ελληνική εξωτερική πολιτική», στην οποία συμμετείχαν άνθρωποι εγνωσμένης αξίας, αποτελεσματικότητας και προσφοράς, όπως ο πρώην διοικητής της ΕΥΠ και πρώην υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πικραμμένου, πρέσβης Παύλος Αποστολίδης, ο πρώην αρχηγός ΓΕΕΘΑ και πρώην υπουργός Εθνικής Αμυνας στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Θάνου, πτέραρχος Ιωάννης Γιάγκος, και ο πρώην αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας και πρώην υπουργός Προστασίας του Πολίτη στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πικραμμένου, στρατηγός Λευτέρης Οικονόμου. Αλήθεια, γιατί μπορούμε να επιλέγουμε ικανούς ανθρώπους όταν οι κυβερνήσεις είναι «υπηρεσιακές» και δεν το πράττουμε όταν είναι εκλεγμένες;

Αφορμή των επισημάνσεων η «κρίση» γύρω από τον αναπληρωτή υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννη Μουζάλα, ο οποίος επίσης εμφανίσθηκε στο πολιτικό προσκήνιο ως μέλος μιας υπηρεσιακής κυβέρνησης. Προφανώς έχει αδυναμίες, αλλά στο σημερινό απελπιστικά φτωχό κυβερνητικό σκηνικό, αποτελεί ευπρόσδεκτη εξαίρεση. Σε αντίθεση με την πλειονότητα των συναδέλφων του, γνωρίζει καλά το αντικείμενό του. Οι χειρισμοί του κατά τη σύντομη θητεία του στην κυβέρνηση Θάνου έφεραν αποτελέσματα, ανατρέποντας λάθη της περιόδου της κ. Τασίας Χριστοδουλοπούλου, και εξέπεμψαν ένα διαφορετικό μήνυμα.

Τους τελευταίους μήνες, και παρά τα κενά και την ολιγωρία του κρατικού μηχανισμού, ο κ. Μουζάλας λειτουργούσε ως ένας θετικός και χρήσιμος πυλώνας. Λάθη έκανε. Αστοχίες υπήρξαν. Αλλά είχες την αίσθηση ότι στο πιο κρίσιμο πόστο, στην πιο κρίσιμη στιγμή, δεν βρίσκεται ένας άσχετος. Ως μη επαγγελματίας πολιτικός είχε την άνεση να λέει αλήθειες. Εχαιρε εκτίμησης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η πρόσφατη ενημέρωση που έκανε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν ολοκληρωμένη, κάτι που είχε αναγνωρίσει δημόσια ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Υπό αυτό το πρίσμα και με δεδομένο το μάλλον ανύπαρκτο ανθρώπινο δυναμικό με τα απαραίτητα αποθέματα γνώσης και εξοικείωσης με το κορυφαίο ζήτημα του προσφυγικού / μεταναστευτικού, η απομάκρυνσή του θα είναι πλήγμα. Είναι υπερβολικό να ζητείται η παραίτησή του για ένα γλωσσικό ολίσθημα, για μια γκάφα, όπως ο ίδιος την περιέγραψε, και για την οποία ζήτησε μάλιστα και συγγνώμη. Ισως να ήταν απόρροια των συχνών επαφών και διαβουλεύσεων με την Υπάτη Αρμοστεία των Ην. Εθνών, και όλους τους ξένους θεσμικούς και κρατικούς παράγοντες που αποκαλούν την ΠΓΔΜ χώρα «Μακεδονία». Σε κάθε περίπτωση, δεν δικαιολογείται. Ηταν λάθος του. Και, όντως, θα υπάρχει το βίντεο ενός Ελληνα υπουργού να αναφέρει κάποια στιγμή τη γειτονική χώρα ως «Μακεδονία». Αλλά δεν υπηρετεί το εθνικό συμφέρον ένα υπερβολικό και αποπροσανατολιστικό αυτομαστίγωμα.

Η αντίδραση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων στοχεύει στη διασφάλιση της απήχησής τους σε μια συγκεκριμένη δεξαμενή ψηφοφόρων και, τελικά, στην πολιτική τους επιβίωση. Αλλά δεν βοηθάει τη χώρα καθώς προκαλεί μια αχρείαστη εσωτερική αναταραχή σε μια πολύ ευαίσθητη περίοδο.

Αντιμέτωπος με ένα πολυσύνθετο πολιτικό παζλ στο εσωτερικό, και ένα εύθραυστο και επικίνδυνο περιβάλλον στο εξωτερικό, ο πρωθυπουργός μπορεί να «αξιοποιήσει» την υπόθεση Μουζάλα για να προχωρήσει σε έναν δομικό ανασχηματισμό που θα αντλήσει στελέχη από τη δεξαμενή των ικανών και όχι των «φίλων», και ταυτόχρονα να δώσει ένα διαφορετικό ιδεολογικό πρόσημο στην κυβέρνησή του που θα φέρει και τον ίδιο πιο κοντά στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.