ΑΠΟΨΕΙΣ

Νέες εμπλοκές στο προσφυγικό

Το πατριωτικό ολίσθημα του αναπληρωτού υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννη Μουζάλα, οι αντιδράσεις του προέδρου των ΑΝΕΛ, Πάνου Καμμένου, όπως και του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκου Μητσοτάκη, που αμφότεροι εζήτησαν την αποπομπή του από την κυβέρνηση, έχουν τη σημασία τους στην εσωτερική πολιτική σκηνή.

Αλλά ουδεμία αλλαγή μπορεί να επιφέρει το συμβάν στη διαχείριση του μεταναστευτικού προβλήματος. Εκτός εάν, βεβαίως, ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, θελήσει να «αξιοποιήσει» την εσωτερική αναστάτωση που προεκλήθη, κατόπιν της πρωτοβουλίας της κυβερνήσεως των Σκοπίων να κλείσει τα σύνορα των δύο χωρών.

Μια χώρα εκπλιπαρούσα, όμως, την ενσωμάτωσή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση, από όπου εξασφαλίζει ήδη σημαντικά κονδύλια, δεν είναι δυνατόν να αυτενεργεί δίχως να υπολογίζει τις αρνητικές συνέπειες κάποιων πολιτικών επιλογών της. Θα ανέμενε κανείς να υπάρξει σαφής προειδοποίηση.

Αγνοούμε εάν ιδεολογικές εμμονές εμποδίσουν τον κ. Τσίπρα να υιοθετήσει τελικώς μια σκληρή πολιτική έναντι των Σκοπίων.  Και εάν επιμείνει η γειτονική μας χώρα, ας αναλάβει η Βιέννη να χρηματοδοτεί εξ  ιδίων –και εν ονόματι μιας ρέμβης αυτοκρατορικής– το καθεστώς της ΠΓΔΜ, που απειλείται από τις βλέψεις των Αλβανών και των Βουλγάρων.

Αλλά το συμβούλιο Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας έχει ευρύτερο ενδιαφέρον από την εμπλοκή που δημιουργήθηκε στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Από τις αντιρρήσεις που προβάλλουν διάφοροι εταίροι μας, μία μόνον έχει βάση πραγματική – η άρνηση της Αγκυρας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό όμως έγινε με πλήρη ανοχή και βάναυση απόκρουση των αντιρρήσεων της Λευκωσίας πριν από χρόνια από τους εταίρους μας. Φυσιολογικώς, είναι το μόνον θέμα που πρέπει να λυθεί πριν οριστικοποιηθεί η συμφωνία Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας.

Οι φόβοι κατακλύσεως της Ευρώπης από Τούρκους, εάν αρθεί το καθεστώς θεωρήσεως των διαβατηρίων πολιτών αυτής της χώρας, είναι υπερβολικοί και εν πολλοίς προσχηματικοί. Μια ανεξέλεγκτη ροή προσφύγων από τις χώρες του Μαγκρέμπ είναι ο εφιάλτης της Γαλλίας και όχι Τούρκοι μετανάστες που κατευθύνονται κυρίως σε χώρες της Κεντρικής και Βορείου Ευρώπης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το σύστημα Ερντογάν είναι αυταρχικό –ενίοτε ιδιαζόντως– και ότι το δημοκρατικό έλλειμμα σε αυτήν τη χώρα έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Αλλά η Τουρκία φιλοξενεί ήδη περισσότερα από τρία εκατομμύρια προσφύγων.

Αντίθετα, οι «δημοκρατικές» ούτως ειπείν χώρες του Βίσεγκραντ, που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αρνούνται να δεχθούν τις προταθείσες ποσοστώσεις, για λόγους διατηρήσεως της εθνικής και της θρησκευτικής τους καθαρότητος.

Μια ενδεχόμενη αποτυχία της Συνόδου Κορυφής, που αρχίζει σήμερα τις εργασίες της για το προσφυγικό, θα αποτελέσει την αρχή του τέλους της «ευρωπαϊκής ιδέας». Το πιθανότερο είναι ότι θα υπάρξει «κάποια πρόοδος» και στη συνέχεια ενδεχομένως η σύγκληση και νέας συνόδου. Ετσι πορεύεται η Ευρώπη, τουλάχιστον έως σήμερα.