ΑΠΟΨΕΙΣ

«Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε»

​​Ωστε λοιπόν κινδυνεύουμε με πληθυσμιακή και πολιτισμική αλλοίωση. Και με εξισλαμισμό. Είναι σχέδιο. Είναι πλεκτάνη – των Τούρκων, των Εβραίων, των μασόνων, του Σόρος, των Ρότσιλντ, μπορεί και του Κίσινγκερ. Είναι «στημένο κόλπο». Το ‘πε, άλλωστε, ο κ. Νότης Σφακιανάκης, το ρεπερτόριο του οποίου έχει συρρικνωθεί στα άσματα «Μακεδονία ξακουστή» και «Των εχθρών τα φουσάτα». Και πριν και κατόπιν αυτού το λένε και το ξαναλένε πολιτικοί, θρησκευτικοί και (παρα)στρατιωτικοί ταγοί και ανθυποταγοί, εφημερίδες κατακίτρινες και συγχρόνως κατάμαυρες, και αμέτρητες ιστοσελίδες ειδικευμένες στη διακίνηση νοθευμένης ελλαδίνης. Το διατράνωσαν, λ.χ., με το ψήφισμά τους, όσοι συγκεντρώθηκαν προ μηνός στο Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο, σε εκδήλωση με τον τίτλο «Μένουμε Ελληνες και Ορθόδοξοι»:

«Αντιστεκόμαστε στη επιβολή των στόχων της διαβόητης Νέας Τάξεως Πραγμάτων, η οποία, προωθώντας το αφροασιατικό ισλαμικό στοιχείο στην Ευρώπη, αποβλέπει στη συρρίκνωση, υποχώρηση και εξαφάνιση του ευρωπαϊκού πολιτισμού και ιδιαίτερα του Ελληνικού και Ορθοδόξου πολιτισμού».

Κάποια στιγμή θα πρέπει να έρθει σε συνεννόηση το ένα ημισφαίριο του εγκεφάλου μας με το άλλο. Να βρεθούν κάπου στη μέση και να συμφωνήσουν στο τι ακριβώς πιστεύουν, τι φοβούνται, τι ελπίζουν από κοινού. Αλλιώς θα καταντήσουν καταγέλαστα και τα δύο, ανίκανα να πείσουν οποιονδήποτε για οτιδήποτε, έτσι αντιφατικά όπως εκφράζονται, σαν ν’ ανήκουν σε διαφορετικά κρανία. Δεν νοείται να βροντοφωνάζουμε περήφανοι ότι το γένος μας είναι αθάνατο, το έθνος μας ανίκητο, η φυλή μας περιούσια, η γλώσσα μας μοναδική και παμμήτειρα και ο πολιτισμός μας αιώνιος διδάχος της οικουμένης, και την ίδια στιγμή να κλαίμε, να κλαιγόμαστε μάλλον, λέγοντας ανάμεσα στους λυγμούς μας ότι πάει, χανόμαστε, θα αλλοιωθούμε δημογραφικά και πολιτισμικά με δέκα, είκοσι ή εκατό χιλιάδες πρόσφυγες.

Πού και πότε αυτό; Στην Ελλάδα, όπου την τελευταία εικοσιπενταετία εντάχθηκαν στον κοινωνικό ιστό, χωρίς να τον ταράξουν σοβαρά, κοντά ένα εκατομμύριο μετανάστες· που δεν ήταν όλοι Ευρωπαίοι ούτε όλοι χριστιανοί, και, από τους χριστιανούς, δεν ήταν όλοι ορθόδοξοι. Δεν ήταν, άλλωστε, αυτή η πρώτη φορά που φάνηκε πως ο «ελληνισμός του κράματος» δεν είναι μια απλή ποιητική επινόηση του Καβάφη. Αλλά, θα πει κανείς, οι πρόσφυγες έρχονται από την «απολίτιστη» Ασία. Από την οποία ήρθαν και όσοι Ελληνες είχαν γλιτώσει το τουρκικό μακέλεμα, οι «Τουρκόσποροι», σύμφωνα με τη μειωτική ορολογία με την οποία τους υποδέχθηκε η Ελλάδα. «Για τους ανθρώπους του Κωνσταντίνου», λέει ο Γιώργος Σεφέρης στο «Χειρόγραφο Σεπ. ‘41», «εμείς που ερχόμασταν από το σκλαβωμένο Εθνος, που είχαμε ανατραφεί μόνο με μια λαχτάρα, την Ελλάδα, ήμασταν οι Τουρκόσποροι». Ωστε, και πάλι, δεν είναι απλή ποιητική επινόηση οι εξής σεφερικοί στίχοι, στον «Τελευταίο σταθμό» (1944): «Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε. / Ομως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια / δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς».

Δεν γίνεται, λοιπόν, να λέμε τα συνήθη για τον τράχηλο του Ελληνος, που κανένας ζυγός δεν τον τσακίζει, και για τα αντιστασιακά μας γονίδια, που δεν τα σκιάζει φοβέρα καμιά, και ταυτόχρονα να μοιρολογάμε αυτόν τον τόσο σπουδαίο εαυτό μας, αναγγέλλοντας πότε τον θάνατο της γλώσσας μας, πότε το τέλος της φυλής και πότε τον επικείμενο αφανισμό του ελληνισμού. Δεν γίνεται τη μια μέρα να κρεμάμε πρωτοσέλιδη την προφητεία του πατρός Αλφα, που αναγγέλλει την ανασύσταση όλων μαζί των αυτοκρατοριών της φυλής, και την επομένη την προφητεία του πατρός Βήτα, που ανακοινώνει το αυριομεθαυριανό τέλος της Ελλάδας. Μια κάποια αυτοσυνέπεια δεν είναι περιττή.

Δεν αντέχεται να διατυμπανίζουμε τη βεβαιότητά μας, από του άμβωνος ή στις τηλεοράσεις, πως ο Θεός είναι παλαιόθεν μεροληπτικός προστάτης μας (και όχι μοιρασμένος, όπως το δωδεκάθεο στον Τρωικό Πόλεμο) και η Παναγιά μαζί μας· να διασαλπίζουμε την πίστη μας πως η Ορθοδοξία μας είναι η πνευματικότερη, η φωτεινότερη και η ανθεκτικότερη θρησκεία, διότι είναι και η μόνη αληθινή, και την ίδια στιγμή, με τα ίδια χείλη, να ψέλνουμε τη νεκρώσιμη ακολουθία της. Να πιάνουμε, δηλαδή, το τροπάρι του εξισλαμισμού μας, που υποτίθεται πως τον ανέθεσαν εργολαβικά κάποια μυστηριώδη κέντρα στους τάχα πρόσφυγες και στην πραγματικότητα μεταμφιεσμένους τζιχαντιστές. Μέρος του «σχεδίου» αυτού, όπως καταγγέλλεται σε εκκλησίες και κανάλια, είναι και η απόφαση να συσταθεί Τμήμα Ισλαμικών Σπουδών στη Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Το διατράνωσαν, εξάλλου, στο προαναφερθέν ψήφισμά τους οι συγκεντρωθέντες στο Βελλίδειο υπό την αιγίδα του αγίου Θεσσαλονίκης και του επίτιμου αρχηγού του ΓΕΣ Φραγκούλη Φράγκου:

«Λέμε ΟΧΙ στη λειτουργία Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών μέσα στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ. Η κλιμακούμενη ισλαμική βία προοιωνίζει [δικά τους τα ανορθόδοξα ελληνικά] ότι το τμήμα αυτό θα εξελιχθεί σε φυτώριο ισλαμικού εξτρεμισμού και ορμητήριο τζιχαντιστών».

Βλασφημία η λειτουργία ενός τέτοιου τμήματος! Υβρις! Ισλαμοποίηση! Και όχι μόνο. Είναι επιπλέον «"άμικτος μίξις", ανόσια παρεμβολή, ανίερη σύζευξη, ακατανόητη ηττοπάθεια με παραπλανητικά δήθεν εθνικά επιχειρήματα, βόμβα στην εθνική μας συνοχή, καταιγίδα στην ορθόδοξη θεολογία και την εκκλησιαστική μας ενότητα, απαράδεκτη, διεθνώς, πανεπιστημιακή πράξη, εμπέδωση των ξενοκίνητων και επίβουλων διαθρησκειακών συναντήσεων, προοίμιο της νεοεποχίτικης θρησκείας». Ολα αυτά και άλλα πολλά τα εκτόξευσε στην ίδια εκδήλωση του Βελλιδείου ο αρχιμανδρίτης Αθανάσιος Αναστασίου, προηγούμενος της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου, απαγορεύοντας στην πολιτεία να νομοθετεί και στο πανεπιστήμιο να αυτοδιοικείται. Ανέκαθεν πολιτευομένη, η Εκκλησία, και κομματικά μεροληπτική, δεν αρκείται στο μερίδιο εξουσίας που της αναλογεί. Μετερχόμενη τις μεθόδους της εισπηδήσεως, που η ίδια καταδικάζει σε άλλες περιπτώσεις, εισβάλλει απαιτητική στην περιοχή της πολιτείας.

Μένω στη λέξη «ηττοπάθεια» του αρχιμανδρίτη. Αυτό, πιστεύω, είναι το γνώρισμα της κινδυνολογικής ρητορικής: η ηττοπάθεια. Ελάχιστα εμπιστεύονται την ποιότητα και την ανθεκτικότητα του ελληνισμού και της Ορθοδοξίας όσοι, ενώ δοξολογούν το ζεύγος αυτό, εμφανίζουν σαν τόσο μα τόσο εύκολο τον αφελληνισμό και τον εξισλαμισμό μας. Και ίσως αυτός είναι ο πραγματικός εθνικός μας διχασμός: η διαρκής κίνηση του ψυχοπνευματικού μας εκκρεμούς ανάμεσα την αχαλίνωτη φυλετική οίηση και στη συμπλεγματική αυτοϋποτίμηση.