ΑΠΟΨΕΙΣ

Πουθενά σπάταλοι, ούτε στα όνειρα

Κ​​​​αλύτερα να ήμουν στον πόλεμο, στη Συρία», λέει ο 18χρονος Αλσάλεχ, που κρατείται στις φυλακές για νέους του Βόλου. «Ναι, αλλά εδώ είσαι ζωντανός», του απαντά ο δάσκαλος του σχολείου των φυλακών.

«Ζωντανός είναι αυτό; Δεν μπορώ να πάρω ανάσα…», αντιδρά ο Αλσάλεχ με σπαστά ελληνικά. Ενάμιση χρόνο έγκλειστος με την κατηγορία της διακίνησης μεταναστών, η οποία στο τέλος αποδείχθηκε ανυπόστατη και αφέθηκε ελεύθερος. Ανήλικοι μετανάστες είναι τα πιο εύκολα θύματα των Τούρκων διακινητών λόγω άγνοιας και φόβου. Η ιστορία που διάλεξε να παρακολουθήσει η σκηνοθέτις Μαριάννα Οικονόμου στον «Πιο μακρύ δρόμο», δύο νέων αγοριών από τη Συρία και το Ιράκ, έχει πολλές όψεις και η κάθε μία από αυτές εγείρει και ένα ξεχωριστό θέμα: κοινωνικό, πολιτισμικό, νομικό, ηθικό, ψυχολογικό, πολιτικό, κινηματογραφικό.

Τίποτα δεν απομονώνεται και τίποτα δεν οδηγεί σε λύση από μόνο του. Ακόμη κι αν η «προσφυγική κρίση» έχει μια αρχή, μοιάζει να μην έχει τέλος.

Δεν πρέπει να υπήρξε μέρα σε αυτό το 18ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, το οποίο ολοκληρώθηκε χθες βράδυ, που να μη γίνει αναφορά στους πρόσφυγες. Και το «αναφορά» μάλλον είναι ισχνό και τυπικό.

Γιατί στο φετινό πρόγραμμα δεν υπήρχε μόνο ειδικό αφιέρωμα με τίτλο «Πρόσφυγες: Απόδραση προς την ελευθερία;» που περιελάμβανε εννέα ντοκιμαντέρ, αλλά και συζητήσεις, μέσα ή έξω από τις αίθουσες, έμμεση ή άμεση σύνδεση με το θέμα σε ταινίες οι οποίες δεν εντάσσονταν στο «προσφυγικό». Οπου κι αν έστρεφε κανείς το βλέμμα, εν ολίγοις, άκουγε ή έβλεπε μια ιστορία μετανάστευσης. Δύσκολο. Η συναισθηματική πίεση είναι μεγάλη, η προσπάθεια αποστασιοποίησης… στέφεται, συνήθως, από αποτυχία.

Οι περισσότεροι πρόσφυγες αφηγούνται μια ζωή, πριν από την αναγκαστική μετακίνηση, που ελάχιστα διαφέρει από τη δική μας. Κυρίως τα παιδιά. Ποια «παιδιά» δηλαδή… Τίποτα στο βλέμμα τους, στον τρόπο που κοιτούν την κάμερα και μέσα από αυτήν τον κόσμο, δεν δηλώνει βελούδινη σχέση με την πραγματικότητα. «Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ζω σ’ ένα γκαράζ», λέει η Φατίμα, η μικρή από τη Συρία που βρίσκεται σε έναν καταυλισμό στον Λίβανο. «Πριν τίποτα δεν μας έλειπε», συμπληρώνει. Το μικρό αγόρι λέει ότι «δεν ρωτάω για τον πόλεμο, γιατί αυτές είναι κουβέντες για μεγάλους, όχι για παιδιά». To γκρο πλαν στα μάτια του είναι η πιο ισχυρή διάψευση: η διαχωριστική γραμμή, ανάμεσα σε μικρούς και μεγάλους, ανήκει σε άλλες εποχές. Το ντοκιμαντέρ «Εδώ εξορία: ημερολόγια από παιδιά πρόσφυγες» του Μάνι Γ. Μπεντσελάχ (Λίβανος, Ελβετία) είναι, κι αυτό, ανάμεσα στα εννέα του αφιερώματος.

Ο Βάσι («Ονειρεύομαι τη Δανία» του Μίκαελ Γκράβερσεν) είναι έφηβος πρόσφυγας απ’ το Αφγανιστάν ο οποίος προσπαθεί να βρει άσυλο στην Ευρώπη. Στα 15 του ξεκίνησε μόνος του από την πατρίδα του, με τα πόδια, για να φτάσει στην Κοπεγχάγη. Οι αιτήσεις του για άσυλο απορρίπτονται. Δεν αποτελεί εξαίρεση. Η αναμονή για την άδεια παραμονής είναι σταθερό μοτίβο σε όλες σχεδόν τις ταινίες· όπως και τα όνειρα.

Κοινά. Οι επιθυμίες ιεραρχημένες αυστηρά. Κανείς δεν είναι σπάταλος ούτε στα όνειρά του. Προτάσσουν την άδεια παραμονής. Ακολουθούν η δουλειά, η οικογένεια, τα παιδιά. Η ανάγκη να ριζώσουν, να αποκτήσουν υπόσταση. Ο 17χρονος Αχμέντ από τη Σομαλία («I am Dublin»), στη Σουηδία, χωρίς χαρτιά, προσλαμβάνεται σε μια κινηματογραφική παραγωγή για να υποδυθεί τον εαυτό του. Είναι ο πρωταγωνιστής της δικής του ιστορίας ζωής, που προσδιορίζεται από την πολυπλοκότητα του Κανονισμού του Δουβλίνου. Αναμονή, αποδράσεις, παραμονή σε κέντρα κράτησης στην Ευρώπη, στους δρόμους. Τα πιο γόνιμα χρόνια της ζωής του άπατρις, άστεγος, περιπλανώμενος.

Ιστορίες που γίνονται όλο και πιο οικείες, κοντινές. Ζούμε μαζί τους, ακόμη κι όταν ακόμη κλειδώνουμε την πόρτα του σπιτιού μας, αφήνοντας τα πρόσωπα και τις αφηγήσεις τους απέξω. Νομίζουμε ότι μένουν απέξω. Πρόκειται για αυταπάτη.