ΑΠΟΨΕΙΣ

Βένετοι και Πράσινοι

Ολοι οι κομματικοί σχηματισμοί την επικαλούνται και διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για την προστασία της, αρκεί αυτή να εξυπηρετεί τους σχεδιασμούς τους όταν θρονιαστούν στην κυβέρνηση.

Ολες οι κυβερνήσεις πάντα ήθελαν μια συνεργάσιμη Δικαιοσύνη, πλην όμως τηρούσαν τα προσχήματα και ο αλληλοσεβασμός των δύο εξουσιών (Εκτελεστικής – Δικαστικής) ήταν σχεδόν πάντα δεδομένος. Από το 1981 και μετά όμως, άρχισε δειλά δειλά η κομματικοποίηση της Δικαιοσύνης, όπως συνέβη και στις Ενοπλες Δυνάμεις.

Κάτι αδιανόητο μέχρι τότε. Κι αυτό συντελέστηκε μέσω του συνδικαλισμού. Δυστυχώς. Μέχρι τότε η αγωνία και οι προσπάθειες όλων των ασχολουμένων στον χώρο της Δικαιοσύνης απέβλεπαν στη γρήγορη και ορθή απονομή της. Αυτός ο εναγκαλισμός συνδικαλιστών από τα κόμματα εξουσίας άρχισε να γίνεται ασφυκτικός. Ετσι άρχισαν να δημιουργούνται και στον ευαίσθητο αυτό χώρο δύο μέτωπα. Οι μεν και οι δε. Οι γαλάζιοι και οι πράσινοι, φθάνοντας στο σημείο αναλόγου διακριτικού χρωματισμού και των προεκλογικών φυλλαδίων.

Ολοι γνώριζαν την κομματική τους ταυτότητα. Αλλωστε δεν είχαν λόγο να την κρύψουν. Το αντίθετο μάλιστα. Ετσι στις γενικές συνελεύσεις προσέτρεχαν αναλόγως πρωτοκλασάτα ονόματα κομματικών αξιωματούχων, για να δώσουν με τον πιο εμφατικό τρόπο την ενίσχυση και στήριξή τους. Δεν αρκούσε όμως αυτό, και εκεί που εθεωρείτο αδιανόητη η επίσκεψη σε κομματικά γραφεία, τώρα άρχισε να μην εκπλήσσει. Να θεωρείται κάτι φυσιολογικό. Οπως συνέβαινε με τους λοιπούς συνδικαλιστές άλλων κλάδων. Καμία διαφοροποίηση. Πέραν τούτου, σε υπουργικά γραφεία, όπως του υπ. Δικαιοσύνης, συναθροίζονταν και κατέγραφαν τις απόψεις τους, επί παντός επιστητού, και όχι μόνο για θέματα αρμοδιότητάς τους. Εδημιουργείτο έτσι μια ωραία ατμόσφαιρα, μεταξύ των δικών μας ανθρώπων…

Δεν νομίζω να υπάρχει πλέον παραγωγικό υπουργείο σε κατασκευή νομοθετημάτων απ’ αυτό της Δικαιοσύνης, σε βαθμό πλήρους σύγχυσης για το τι ισχύει εκάστοτε. Αυτή η άσχημη κατάσταση στον συνδικαλιστικό χώρο συνεχιζόταν με αμείωτο ενδιαφέρον. Τινές συνδικαλιστές είχαν πλέον λόγο, τον πρώτο θα ’λεγα, ακόμη και στην επιλογή της δικαστικής ηγεσίας. Με αυτόν τον τρόπο ο ομφάλιος λώρος ήταν δεδομένος και καθιερωμένος. Σχεδόν θεσμικός. Επομένως, είναι εύλογο, λίγο-πολύ, ουκ ολίγοι δικαστές να διατηρούν καλές σχέσεις με τα πρόσωπα αυτά, των οποίων θεωρούσαν ότι μετρούσε η γνώμη τους για την αξιολόγηση και προώθησή τους στις ανώτερες θέσεις, αλλά και εξίσου ουσιαστικό στη μετασυνταξιοδοτική αποκατάστασή τους σε θέσεις κυβερνητικές. Ενα είδος συναλλαγής το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και αθέμιτο.

Ο μιθριδατισμός έχει εισχωρήσει βαθιά σ’ όλη την ελληνική κοινωνία και δεν θα μπορούσε ν’ αφήσει απέξω τον ιερό αυτό χώρο. Εναν χώρο που θα ’πρεπε να είναι απροσπέλαστος σε τρίτους. Στους ασεβείς, στους βέβηλους, οι οποίοι ως μόνο σκοπό έχουν τον έλεγχο, την καθυπόταξη για τα δικά τους πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια.

Ολα αυτά οδηγούν στη συνεχή μείωση του κύρους της, στην αμφισβήτηση της σωστής δικανικής κρίσης, στην αμφισβήτηση του κράτους δικαίου. Κι αυτή δυστυχώς είναι διάχυτη στην ελληνική κοινωνία, σε σημείο που αδικεί την πλειοψηφία των δικαστών, η οποία πάσχει για την ορθή απονομή του δικαίου. Ο αγώνας για την κατάληψη της συνδικαλιστικής εξουσίας, η οποία δεν διέφερε των άλλων κλάδων ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, είχε και τις παρενέργειές του σ’ όλες τις λειτουργικές εκφάνσεις. Ακόμη και στους πειθαρχικά ελεγχόμενους δικαστές, όπου κατ’ ανάγκη έσπευσαν οι επίσης ισχυροί συνδικαλιστές για προστασία. Οι αντίπαλοι ζυγιάζονται και αναμετριούνται. Η κυβέρνηση παίζει τα πολιτικά παιγνίδια της αναμασώντας τα περί ανεξαρτησίας και στοχεύοντας στον πλήρη έλεγχο. Νηπιακές συμπεριφορές, καθεστωτικές. Σειρά σας και σειρά μας. Κι έτσι βολοδέρνει η άμοιρη Δικαιοσύνη, όπως η άμοιρη χώρα. Της έτυχαν στα τελευταία της να δει να περνούν μπροστά της όλα τα εφιαλτικά σενάρια.

Τα θεσμικά αιτήματα έχουν παραμεριστεί και αντικαταστάθηκαν από οικονομικά. Οι μέχρι χθες φίλοι έχουν γίνει αντίπαλοι. Χάριν της εξουσίας, η οποία διαφθείρει, αποδομεί, αποσυνθέτει. Αλήθεια, πόσες υποθέσεις, ιδίως πλημμελήματα, έχουν παραγραφεί; Κάποτε ήταν σπάνιο φαινόμενο. Τώρα όχι πλέον. Πόσοι Ελληνες πολίτες έχουν ζημιωθεί; Κάποτε οι αγώνες και η αγωνία της δικαστικής ηγεσίας ήταν η απονομή του δικαίου σε εύλογο χρονικό διάστημα. Τώρα είναι επικράτηση έναντι του αντιπάλου, κι αντίπαλος βαφτίζεται όποιος αμφισβητεί το imperium, την αυθεντία. Ανώτατοι δικαστές δρουν ως πολιτικοί και πολιτικοί ως δικαστές.

Η Δικαιοσύνη ασχολείται με αλλότρια και γίνεται αρνητικά πρωτοσέλιδα. Ο καβγάς είναι για το πάπλωμα. Ατυχώς.

Κρίμα για την πλειονότητα των δικαστών που μέσα σε ένα τόσο άσχημο κλίμα συνεχίζουν να επιτελούν το χρέος τους προς την πατρίδα και τους εαυτούς τους, πιστοί στον όρκο τους.

* Ο κ. Δημήτρης Χ. Παξινός είναι πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ.