ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπιλιάνα

Πριν από μερικά χρόνια, σε επαγγελματικό ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες, γνωρίστηκα με μια δημοσιογράφο από την ΠΓΔΜ, την Μπιλιάνα. «Γιατί μας μισείτε τόσο πολύ;», με είχε ρωτήσει, μεταξύ σοβαρού και αστείου. «Εμείς όλα μας τα ψώνια στη Θεσσαλονίκη τα κάνουμε και όλες μας τις διακοπές στη Χαλκιδική. Επιχειρηματίες μας συνεργάζονται με τη Βόρεια Ελλάδα, σας φέρνουμε λεφτά, γιατί μας μισείτε;». Αισθάνθηκα αμήχανα· δεν ήξερα τι να της πω, πρώτον, διότι δεν τη μισούσα, όπως και κανέναν από τους συμπατριώτες της, και, δεύτερον, επειδή όντας μη Βορειοελλαδίτης δεν μπορούσα να μιλήσω εξ ονόματός τους για ένα ζήτημα για το οποίο δεν είχα ουσιαστική εποπτεία.

Υπήρχε ακόμη ένας λόγος για την αμηχανία μου: η συνειδητοποίηση ότι η υπόθεση με τη «Μακεδονία» ήταν πολύ παλαιότερη απ’ ό,τι νομίζαμε όταν αποφασίσαμε να «ξυπνήσουμε» στην Ελλάδα. Θέλω να πω, ως Μακεδόνες προσδιορίζονταν επί σειρά δεκαετιών, ως Μακεδόνες αντιμετωπίζονταν από γείτονες, κι εμείς κοιμόμασταν. Επειτα ήταν κι εκείνη η παλαιά αμαρτία του ΚΚΕ την περίοδο του Εμφυλίου, με τη στήριξη «ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους», άρα, ακόμα και η παραμικρή παρέκκλιση από την άκριτη υποστήριξη του συνθήματος «Η Μακεδονία είναι ελληνική» να σε κατατάσσει αυτομάτως στους κόκκινους…

Δεν κατάλαβα γιατί ποτέ δεν καταλήξαμε σε μια σύνθετη ονομασία, σε έναν συμβιβασμό που θα αποφόρτιζε την όλη κατάσταση. Από την άλλη, οι επικίνδυνες γραφικότητες από τη μεριά της ΠΓΔΜ με τους Μεγαλέξανδρους και τους Φίλιππους, η συμπλεγματική τους στάση, δεν κατάλαβα πώς και γιατί θα έπρεπε να τα καταπίνουμε όλ’ αυτά αμάσητα. Το κακό όμως είναι ότι, όπως συνήθως, δεν είχαμε μια συνεπή στάση στο ζήτημα και, το χειρότερο, η όποια στάση μας καθοριζόταν όχι από τη λογική μα από το συναίσθημα.

Οταν γνώρισα την Μπιλιάνα δεν είχαμε κρίση στην Ελλάδα και σε ένα επαρχιακό αμερικανικό γυμνάσιο η κοπέλα έγινε για πρώτη φορά έξαλλη όταν, θέλοντας να δείξει στους Αμερικανούς μαθητές πού ήταν η πατρίδα της, απλώς δεν υπήρχε στον χάρτη των Βαλκανίων που μας έφεραν οι Αμερικανοί καθηγητές. Γύρισε και μου είπε, περισσότερο σοβαρά παρά αστεία: «Είμαι σίγουρη πως έβαλες το χεράκι σου γι’ αυτό». Γέλασα· δεν μπορούσα να της εξηγήσω επαρκώς πόσο αδιάφορη μου ήταν η κατηγορία της.