ΑΠΟΨΕΙΣ

Και ετοιμοθάνατος γυνή ψιμυθιούται…*

Ε​​​​ν τη ρύμη του λόγου» δόθηκε λοιπόν, αυτή τη φορά, η αφορμή για μια ακόμη ψιμυθίωση –φτιασίδωμα θα το λέγαμε σήμερα– προς συγκάλυψη της κωματώδους ωχρότητος της τρέχουσας ελληνικής πραγματικότητος.

Ετσι, ένα ατυχές, πράγματι, λεκτικό ολίσθημα γίνεται αντικείμενο πολιτικής διαπαραταξιακής εκμεταλλεύσεως με στόχο τον παραμερισμό «κάτω από το χαλί» της ουσιαστικής σημασίας των κατ’ ευφημισμό, πλέον, λεγομένων Εθνικών Θεμάτων. Ωστε να αποκρυβεί η προφανής ανυπαρξία λυσιτελών χειρισμών και αποτελεσματικών αποφάσεων για την υπεύθυνη διαχείρισή τους καθ’ ην στιγμή η χώρα κλυδωνίζεται υπαρξιακά από πρωτοφανή και ταυτόχρονη οικονομική, κοινωνική και εθνική κρίση.

Χαρακτηριστικό δείγμα της βικτωριανής υποκρισίας και της απροκάλυπτης πατριδοκαπηλείας του συστήματος εν γένει είναι και το δήθεν «μείζον» πολιτικό θέμα της ειδησεογραφικής επικαιρότητος που προέκυψε από ένα φραστικό λάθος και που οδήγησε στην αφύπνιση όσων είχαν για χρόνια «βολευτεί» με το εξυπηρετικό εφεύρημα της ΠΓΔΜ και την αντίστοιχη πολυετή στασιμότητα του Σκοπιανού ζητήματος.

Αλλοι ανακαλύπτοντας ξαφνικά ενδείξεις εθνικής προδοσίας και, μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέχρι του σημείου απαιτήσεως άμεσης εκτελέσεως του προδότου, άλλοι επικαλούμενοι την ανάγκη μετριοπαθούς και ρεαλιστικής προσεγγίσεως του θέματος, άλλοι διαγωνιζόμενοι στην αλληλοεκτόξευση κατηγοριών για ασυγχώρητες αβελτηρίες που υποτίθεται είχαν σαν αποτέλεσμα χαμένες ευκαιρίες επωφελούς επιλύσεως του προβλήματος και όλοι, τέλος, παραβλέποντας ενσυνείδητα τη Θουκυδίδεια διδαχή ότι μόνο η αντικειμενική αλήθεια οδηγεί στη σωστή αξιολόγηση των ιστορικών γεγονότων και, συνακόλουθα, στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των όποιων συνεπειών τους.

Και η αντικειμενική αλήθεια στην υπόθεση αυτή είναι αδιαμφισβήτητα διαφορετική ή τουλάχιστον ημιτελής σε σχέση με την κατά καιρούς και αναλόγως των περιστασιακών κομματικών συμφερόντων της στιγμής προβαλλόμενη εικόνα.

Ετσι, τόσον οι αμύντορες ακραιφνών «εθνικών» και ανυποχώρητων θέσεων όσον και, αντιθέτως, οι απολογητές πραγματιστικών τάσεων προς αποφυγή και άλλων χαμένων ευκαιριών εξαπατούν την ανυποψίαστη και καλόπιστη κοινή γνώμη.

Οι μεν γιατί ασφαλώς γνωρίζουν ότι οι «κόκκινες» γραμμές της εθνικοφροσύνης τους έχουν στην πραγματικότητα από καιρό ξεθωριάσει με συνεχείς υποχωρήσεις από την απόρριψη κάθε, έστω και έμμεσης, αναφοράς του όρου «Μακεδονία» και όλων των παραγώγων του στο υπό αναζήτηση όνομα των Σκοπίων μέχρι την καταφυγή σε ένα «σύνθετο» όνομα με γεωγραφικό απλώς προσδιορισμό, αφού βέβαια εγκαταλείφθηκε ως ανέφικτη η πλησιέστερη στην ιστορική αλήθεια εθνοτική διάκριση.

Οι δε γιατί παραβλέπουν ή προφασίζονται ότι αγνοούν την εξ αρχής και μετά περισσής παρρησίας εκπεφρασμένη θέση των γειτόνων μας να αποκλείσουν κατηγορηματικά οποιαδήποτε ρύθμιση πλην της ανεπιφύλακτης αναγνωρίσεώς τους ως «Μακεδονία» και δη erga omnes.

Η ηθελημένη όμως προσπάθεια περιθωριοποιήσεως της αντικειμενικής αλήθειας δεν αλλάζει τελικά την πραγματικότητα. Γιατί η αλήθεια αυτή είναι, μετά λόγου γνώσεως, ότι συμβιβαστική λύση ακόμα και με τον όρο Republica Makedonija-Skopje έχει γίνει αποδεκτή επισήμως στο ανώτατο επίπεδο από την ελληνική κυβέρνηση ήδη από το απόγευμα της 25ης Σεπτεμβρίου 1997, όταν ο τότε πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, σε συνεννόηση με τον υπουργό Εξωτερικών Θ. Πάγκαλο, συμφώνησε άμεσα με τη σχετική πρόταση του C. Vance στο πλαίσιο των διμερών διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του γενικού γραμματέως του ΟΗΕ.

Αντιθέτως η πρόταση αυτή απερρίφθη πανηγυρικά την επομένη από τον Σκοπιανό εκπρόσωπο που, προκαλώντας την πρόδηλη δυσφορία των Vance και Nimitz, δεν δίστασε να επαναβεβαιώσει απροσχημάτιστα ότι η κυβέρνησή του ουδεμία έχει πρόθεση ή διάθεση και για τον ελάχιστο ακόμα συμβιβασμό, θέση που άλλωστε τηρεί αμετάθετα επί εικοσιπενταετία. Αυτή υπήρξε η πολιτική της χαμένης ευκαιρίας που, όπως και συναφείς προηγούμενες, αξιολογείται φαίνεται από τους εδώ νοσταλγούς τους «χωρίς τον ξενοδόχο»!

Ανάλογη δυστυχώς προχειρότης και ελαφρότης παρατηρείται και στα άλλα θεμελιώδους εθνικού ενδιαφέροντος ζητήματα που ανεσύρθησαν και αυτά από τη ναφθαλίνη μόνο και μόνο ως περιστασιακές παράπλευρες συνέπειες του τεράστιου προσφυγικού προβλήματος. Ετσι, ξαναθυμηθήκαμε τις πάγιες επεκτατικές τουρκικές αξιώσεις στο Αιγαίο, η επιβεβαίωση των οποίων από την Αγκυρα με την ευκαιρία κατάλληλης αξιοποιήσεως του προβλήματος αυτού έμεινε δυστυχώς αναπάντητη.

Ετσι, αναζωπυρώθηκε η αγωνία μας για το Κυπριακό με αφορμή τη διαφαινόμενη μοιραία αποδυνάμωση των επιφυλάξεων της Αθήνας και της Λευκωσίας έναντι της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ετσι, παρατηρούμε αμήχανα την επερχόμενη εμπλοκή στις σχέσεις μας και με τους υπόλοιπους γείτονές μας Βουλγαρία και Αλβανία, στην τελευταία περίπτωση με την παρουσία των αλήστου μνήμης κοκορόφτερων στα σύνορά μας. Και έτσι βιώνουμε την αναπότρεπτη επιδείνωση του ήδη βεβαρημένου, λόγω των μνημονίων, κλίματος με τους Ευρωπαίους εταίρους μας.

Αραγε πόσο κοντά έχουμε φθάσει στην επαλήθευση της αδυσώπητης θρηνητικής εικασίας του διακεκριμένου καθηγητού και φιλοσόφου κ. Χ. Γιανναρά:
Finis Graeciae!

* Παλιά –αλλ’ όχι παρωχημένη– θέση της ιατροψυχαναλυτικής επιστήμης.
** Ο κ. Χρήστος Γ. Ζαχαράκις είναι πρέσβυς ε.τ., πρώην γ.γ. του υπουργείου Εξωτερικών, πρώην ευρωβουλευτής.