ΑΠΟΨΕΙΣ

Από τη φάρσα στη μαύρη κωμωδία

Ο Τέρενς Κουίκ, με τη γλυκανάλατη και «αγαπησιάρικη» προσέγγιση που είχε ανέκαθεν στα πάντα, με βοήθησε να καταλάβω το νόημα της φάρσας που έπαιξε ο Π. Καμμένος με ακούσιο συμπρωταγωνιστή τον Γ. Μουζάλα. «Δεν θέλουμε την αποπομπή του», έλεγε με τον πιο γλυκερό τόνο του, «θέλουμε την παραίτησή του».

Να το εξηγήσω, γιατί ίσως είναι απαραίτητο. Δεν θέλουν να τον διώξει ο αρμόδιος (ο πρωθυπουργός), θέλουν να φύγει μόνος του. Για να το πω όσο πιο απλά μπορώ: θέλουν να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Θέλουν να σκεφθεί, να συναισθανθεί, να μετανοήσει, να νιώσει τη συντριβή του εγωισμού του και να αναλάβει την ευθύνη του παραιτούμενος. Αν το κάνει, θα έχει υποστεί μία διαδικασία εξαγνισμού και αυτογνωσίας και θα έχει γίνει καλύτερος άνθρωπος – με τον τρόπο, βέβαια, που εννοούν τον όρο ο Τέρενς και οι ΑΝΕΛ.

Αν όμως δεν το κάνει ο Μουζάλας, τότε τι γίνεται; Εκείνος θα χάσει. Θα του κάνει μουτράκια ο Τέρενς. Θα τον συναντά στους διαδρόμους και θα του κάνει «μουφ!»…

Εξίσου παιδαγωγικού χαρακτήρα, αλλά από διαφορετική γωνία, ήταν η κατάληξη της παράστασης και από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Το έδειξε ο πρωθυπουργός στις Βρυξέλλες, έχοντας συνεχώς τον μικρό Γιαννάκη Μουζάλα στο πλευρό του. Εκεί, να μην τολμήσει να τον πειράξει κανένα παλιόπαιδο! Η συγκεκριμένη εικόνα ήταν κάτι περισσότερο από αυτό που επισημαίνει το πολιτικό ρεπορτάζ, δηλαδή μια επίδειξη ότι στηρίζει τον Μουζάλα. Ηταν ένα φινάλε σχεδιασμένο ώστε να ευαισθητοποιεί όλους μας για τη μάστιγα αυτού που μάθαμε να λέμε «bullying» και το οποίο υπήρχε και υπάρχει σε κάθε κλειστή ομάδα με συγκεκριμένους κανόνες: σχολείο, στρατό, φυλακή, κοινοβουλευτικές ομάδες, κυβερνήσεις…

Συνολικά, όμως, το έργο της κυβέρνησης είναι σαν roller-coaster. Από τη φάρσα γυρίζει απότομα σε μαύρη κωμωδία. Διότι ο υπουργός Εσωτερικών Π. Κουρουμπλής, που είναι τυφλός ο άνθρωπος, επισκέπτεται την Ειδομένη και βλέπει στην κατάσταση εκεί «ένα σύγχρονο Νταχάου», ενώ ο Α. Μπαλτάς, που δεν έχει κανένα σοβαρό πρόβλημα όρασης, βλέπει στην Ειδομένη «μια εικόνα τιμητική για την Ελλάδα», χωρίς μάλιστα να έχει επισκεφθεί την Ειδομένη. Δεν είναι τέλειο; Μόνο σε σενάρια του Μελ Μπρουκς συμβαίνουν παρόμοιες καταστάσεις.

Ομως αυτός που έχει δίκιο εν προκειμένω είναι ο Μπαλτάς, όχι ο Κουρουμπλής. Διότι η κατάσταση στην Ειδομένη –ένα μεγάλο πλήθος εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες και αφημένο στην τύχη του– δεν θυμίζει Νταχάου. Στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς και στα στρατόπεδα εξόντωσης, υπήρχε οργάνωση και σύστημα. Η Ειδομένη παραπέμπει περισσότερο στις μεθόδους των Σοβιετικών, οι οποίοι δεν χρειάζονταν βιομηχανικές μεθόδους για την εξόντωση ολόκληρων πληθυσμών, καθώς είχαν την άγρια φύση για να τους κάνει τη δουλειά: τους μετέφεραν όλους (παιδιά και, φυσικά, γυναίκες –στην ΕΣΣΔ η γυναίκα είχε τα ίδια ακριβώς δικαιώματα με τον άντρα…) με τρένα και τους παρατούσαν στη μέση του πουθενά, κάπου στη Σιβηρία. Οχι, δεν λέω ότι αυτό ακριβώς γίνεται τώρα στην Ειδομένη· αλλά με αυτό μοιάζει περισσότερο παρά με Νταχάου. Γι’ αυτό και λέω ότι, από τη δική τους πλευρά, αυτήν μιας αριστερής κυβέρνησης, δίκιο είχε ο Μπαλτάς. Αυτός, που έχει μόρφωση, ξέρει πολλά και είναι σοφός, έκανε τον σωστό ιστορικό συσχετισμό και ένιωσε την τιμή…

Το έργο του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και το roller-coaster άλλωστε, κάνει όμως και κοιλιές, με την έννοια της κλασικής, βαρετής πολιτικής κωμωδίας, με τις γνωστές και τετριμμένες συμβάσεις της. Ο συντονιστής Δ. Βίτσας, φέρ’ ειπείν, ανακοίνωσε «ανασύνταξη» του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, «ώστε να αποκτήσει δομή». Μα, αν δεν κάνω λάθος, ανασυντάσσεις κάτι υπό την προϋπόθεση ότι αυτό υπάρχει. Πώς ανασυντάσσεις αυτό που παραδέχεσαι ότι δεν υπάρχει, αφού μάλιστα επισημαίνεις ότι το κάνεις «ώστε να έχει δομή»; Το μόνο σαφές από την προαγγελία, πάντως, ήταν ότι θα αλλάξει η ονομασία του υπουργείου: θα προστεθεί και ο προσδιορισμός «Προσφυγικής».

Στην υπόθεση της Ειδομένης η ανικανότητα της κυβέρνησης προβάλλει με τρόπο που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Εκεί όπου η παρουσία του κράτους είναι απολύτως απαραίτητη (Ειδομένη), αυτοί ούτε που θέλουν να ακούσουν. Αντιθέτως, εκεί όπου το κράτος ήδη περισσεύει και μόνο προβλήματα δημιουργεί, αυτοί έρχονται να προσθέσουν ακόμη περισσότερο κράτος.

Στα ιδιωτικά σχολεία, λ.χ., τα οποία ο Ν. Φίλης θέλει να τα ισοπεδώσει με τα δημόσια. Σχεδιάζει να τους απαγορεύσει τις απογευματινές, πρόσθετες δραστηριότητες, καθώς και τη λειτουργία κέντρων ξένων γλωσσών μέσα στο σχολείο. Εύλογο για την καθεστωτική αντίληψη της εξουσίας τους· διότι αν όλα τα σχολεία παράγουν Τσιπράκια, ο Τσίπρας θα φαντάζει θεός – «ένας τρίτος εθνάρχης», όπως είπε προφητικά ένας υπουργός. Για όποιον θέλει καλύτερη παιδεία, πέρα από αυτή που μπορούν να προσφέρουν τα σχολεία του Φίλη, της Σίας και του μαλλιού της (το τελευταίο δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ), μόνο το International Baccalaureate (ΙΒ) θα υπάρχει, δηλαδή η έξοδος από το ελληνικό σύστημα.

Από την πλευρά των δικών του σκοπιμοτήτων, δηλαδή του ελέγχου της ενημέρωσης, η κυβέρνηση διαπιστώνει «πλήγμα στη Δημοκρατία από τις αποκλίσεις των δημοσκοπήσεων». Θα ήταν γελοίος, αν δεν ήταν τόσο επικίνδυνος αυτός ο συσχετισμός· διότι πίσω του κρύβεται η λογική του ολοκληρωτισμού, με την οποία τόσα χρόνια η Αριστερά κατάφερε να στρεβλώσει την κοινή αντίληψη περί δημοκρατίας. Η κυβέρνηση κολακεύει την αντίληψη ότι, επειδή η ζωή είναι δύσκολη και έχει κινδύνους, έρχεται ο μεγάλος «πατερούλης», το κράτος, και αναλαμβάνει τον κίνδυνο της ατομικής ευθύνης για λογαριασμό κάθε πολίτη.

Την περασμένη Τρίτη, στον Πορτοσάλτε, βγήκε ο Δ. (όχι ο Π.) Καμμένος και ζήτησε παραίτηση Μουζάλα, «ώστε η κυβέρνηση να συνεχίσει το έργο της απερίσκεπτη». Ηθελε να πει «απερίσπαστη», αλλά δεν πειράζει.

Και εκεί όπου δρα απερίσκεπτα και εκεί όπου συνεχίζει απερίσπαστη, η κυβέρνηση αυτή πάει σε κάτι που μπορεί να είναι και εθνική καταστροφή. Οσο συντομότερα φύγουν τόσο καλύτερα…