ΑΠΟΨΕΙΣ

Χάθηκε η μεγάλη ευκαιρία του ευρώ για την Ελλάδα

Η κρίση προξένησε μεγάλες απώλειες στην Ελλάδα. Η σπουδαιότερη και η πιο επικίνδυνη είναι αυτή που δεν φαίνεται: το κεφάλαιο που διαθέτει η χώρα χάνει την παραγωγική του ικανότητα με ρυθμούς επικίνδυνα γρήγορους. Ο λόγος είναι απλός. Ενα σημαντικό μέρος του δεν χρησιμοποιείται. Δεν υπάρχουν δουλειές. Περισσότεροι άνθρωποι είναι άεργοι. Επιχειρήσεις κλείνουν γιατί χάνουν τους πελάτες τους, δεν βγάζουν κέρδος και οι τράπεζες δεν μπορούν να τις δανείσουν περισσότερα χρήματα. Μηχανήματα παλιώνουν, χαλάνε και πολλά πάνε για παλιοσίδερα. Ικανότητες και δεξιότητες, δημιουργίας και παραγωγής, προϊόντων και υπηρεσιών, δεν βρίσκουν πλέον πελάτες. Αλλωστε και αυτοί διαθέτουν μικρότερη αγοραστική δύναμη, ενώ περιορίζονται και όσες οικονομίες είχαν γίνει την εποχή της αστακομακαρονάδας.

Αυτό που λείπει είναι οι νέες επενδύσεις. Το 2007 είχαμε το ιστορικά μεγαλύτερο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν: 242 δισεκατομμύρια ευρώ, σε τιμές εκείνης της χρονιάς ή 250 δισ. χωρίς την επίπτωση του πληθωρισμού. Ομως προσοχή: το ΑΕΠ μετρά τη ροή του νέου πλούτου, όταν έχουμε ανάπτυξη, στο διάστημα μιας περιόδου και τυπικά ενός έτους. Υφεση υπάρχει όταν το ετήσιο ΑΕΠ είναι μικρότερο από εκείνο που είχαμε στην προηγούμενη περίοδο.

Η ύφεση ξεκίνησε το 2008 και σταμάτησε, προσωρινά, έξι χρόνια αργότερα, το 2013. Μεσολάβησε ένα έτος, το 2014, μικρής ανάκαμψης, που ακολουθείται από διετία (2015-16) μιας νέας ύφεσης. Η κυβέρνηση, μετά την πολύ μικρή περυσινή ύφεση (-0,2%), ελπίζει ότι το δεύτερο εξάμηνο θα είναι αρκούντως θετικό ώστε να επαναληφθεί η ανάκαμψη του 2014.

Πολιτικοί αλλά και πολίτες οδηγούνται συχνά σε μια μικρή αλλά σημαντική σύγχυση εννοιών. Λένε λοιπόν ότι με τα μνημόνια γίναμε φτωχότεροι, εννοώντας ότι το ΑΕΠ μειώθηκε μέχρι τα 184 δισ. το 2013, ποσό μικρότερο κατά 58 δισ. ή κατά 23% έναντι του ρεκόρ του 2007.

Η κατάρρευση αυτή του ΑΕΠ δεν ισοδυναμεί με ανάλογη μείωση της περιουσίας που ήδη διαθέτουμε. Δηλώνει μόνον ότι ο ήδη αποκτημένος «πλούτος» δεν μεγαλώνει με τον ίδιο ρυθμό που αυτό συνέβαινε στο παρελθόν.

Ομως, στον βαθμό που το ΑΕΠ βυθίζεται σε ύφεση επειδή περιλαμβάνει μικρότερο όγκο και αξία επενδύσεων, η χώρα και όλοι εμείς γινόμαστε πραγματικά φτωχότεροι.

Κατά τη δεκαετία 1998-2007 η Ελλάδα εγκατέλειψε ένα συνεχώς εξευτελιζόμενο νόμισμα, τη δραχμή, και πέτυχε σημαντική αύξηση του διαθέσιμου πλούτου όλων των πολιτών και των επιχειρήσεων, εκπληκτική βελτίωση των υποδομών του κράτους και συστηματικό εκσυγχρονισμό της καθημερινότητας και εντυπωσιακή άνοδο των δεξιοτήτων μεγάλου μέρους του ανθρώπινου δυναμικού.

Σε αυτή τη χρυσή δεκαετία του ευρώ, όμως, τα κυκλώματα της πολιτικής και άλλων συλλογικών δομών διοίκησης κόλλησαν σε έναν ιδιότυπο επαρχιωτισμό. Ο λαϊκισμός επικράτησε, με αποτέλεσμα ο κρατισμός να αποτελεί το σημείο αναφοράς μιας σημαντικής μερίδας των πολιτών. Στα αμέσως επόμενα χρόνια, μπορεί το ΑΕΠ να κάνει μικρά θετικά βήματα. Δεν αρκεί όμως: η συγκριτική προς τα άλλα κράτη θέση της Ελλάδας θα χειροτερεύει διαρκώς. Για να αντεπεξέλθουμε στον αδυσώπητο διεθνή ανταγωνισμό χρειαζόμαστε πολλές και πολύ καλές επενδύσεις και αυτές θα γίνουν μόνον όταν πολιτικοί και ψηφοφόροι, επιχειρηματίες και εργαζόμενοι αναγνωρίσουν την εθνική αξία της επιχειρηματικότητας.