ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναπόφευκτη φθορά του αριστερού «προφίλ»

Ε​​ίναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε δίνη αυτή την εποχή. Από τη μια πλευρά το προσφυγικό, από την άλλη πλευρά η αξιολόγηση και στη μέση η αντικειμενική ανεπάρκεια, που επιδεικνύει σε κάθε περίπτωση και με κάθε ευκαιρία, ανεβάζουν συνεχώς το πολιτικό – κομματικό κόστος με το οποίο επιβαρύνεται. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει ποιο ακριβώς είναι το οριακό σημείο καμπής, αλλά είναι βέβαιο ότι ακόμη και με συμφωνία στα δύο μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει, η δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης θα ανεβαίνει και το αριστερό «α λα γκρέκα» προφίλ της θα φθείρεται. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες να πείσει ότι ο μεγάλος εχθρός είναι η λεγόμενη «διαπλοκή», ενώ την ίδια ώρα η ίδια επιχειρεί ενσυνείδητα να φτιάξει ένα δικό της καθεστώς βασισμένο σε πελατειακές σχέσεις και ισοπέδωση προς τα κάτω σε όλους τους τομείς.

Η ενδοκυβερνητική κρίση που προκλήθηκε από τη φραστική αστοχία του Γ. Μουζάλα, συνειδητή ή όχι, αποτελεί παρωνυχίδα για τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια φάση που εκτυλίχθηκε στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού, δίχως ιδιαίτερες κοινωνικές προεκτάσεις και επιπτώσεις. Αλλωστε, με τους δεδομένους πρωταγωνιστές, η πιθανότητα της διάσπασης της κυβερνητικής συνοχής εξ αυτού του λόγου, μάλλον, ανάγεται στη σφαίρα της πλούσιας πολιτικής φαντασίας. Ούτε ο Αλ. Τσίπρας θέλει να απαλλαγεί από έναν τόσο βολικό συνεταίρο ούτε ο Π. Καμμένος έχει δείξει ποτέ διάθεση απώλειας του σημερινού status που απολαμβάνει, το αντίθετο μάλιστα. Ποιος θα το πίστευε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα μπορούσε να λέει στα παιδιά και στα εγγόνια του ότι κάποια εποχή διετέλεσε σημαντικός πολιτικός παράγοντας, συγκυβερνήτης σε μεγάλο βαθμό και υπουργός Αμυνας; Ούτε ο ίδιος ασφαλώς…

Το προσφυγικό και η αξιολόγηση, με την έννοια των οικονομικών και άλλων συνεπειών, είναι άλλη ιστορία με βαριές συνέπειες για την καθημερινότητα των πολιτών. Και φυσικά με συνέπειες για τη ρητορική και το «προφίλ» που είχε χτίσει ο ΣΥΡΙΖΑ προκειμένου να φτάσει στην εξουσία. Ρητορική και «προφίλ» που συνέχισε να καλλιεργεί και μετά την άνοδό του στην εξουσία, παρά τις συνεχείς συγκρούσεις με την πραγματικότητα από τις οποίες έβγαινε πάντα ηττημένος, χωρίς ωστόσο να μαθαίνει από τις εμπειρίες. Μόνιμο όπλο της κυβέρνησης παραμένει η επικοινωνιακή πολιτική, στην όποια όντως διαπρέπει, αν και είναι φανερό ότι δεν θα είναι αρκετό να περιορίσει τις κοινωνικές επεκτάσεις και να απαλύνει τις αντίστοιχες επιπτώσεις. Για τον απλούστατο λόγο ότι και οι μεν και οι δε θα είναι μακροχρόνιες και με αδιόρατη κατάληξη.

Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι συνειδητά ή όχι, με σχεδιασμό ή εκ των πραγμάτων λόγω γεωγραφικής θέσης –χωρίς όμως να λησμονούνται η ανικανότητα, η ιδεοληψία και οι λανθασμένοι χειρισμοί της κυβέρνησης–, η Ελλάδα έχει ήδη μετατραπεί σε χώρο αποθήκευσης, έστω αναμονής, πολλών δεκάδων χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών. Ισως και εκατοντάδων χιλιάδων. Ακόμη και με συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενωσης και Τουρκίας, οι διαδικασίες μείωσης των ροών και αποφόρτισης θα είναι πολύπλοκες, χρονοβόρες και πάντα υπό την αίρεση ότι η γειτονική χώρα θα τηρεί τα συμφωνηθέντα και οι εταίροι θα δείξουν καλή θέληση να μοιραστούν στον βαθμό που τους αναλογεί τα βάρη. Η κυβέρνηση είναι και θα είναι αναγκασμένη να διαχειριστεί καταστάσεις (κλειστά στρατόπεδα, πιθανές απεργίες πείνας, εξεγέρσεις και συγκρούσεις μεταξύ προσφύγων και μεταναστών, αντιδράσεις πολιτών, ενδεχόμενη αύξηση εγκληματικότητας) που θα απαιτούν οπωσδήποτε αστυνομικά μέτρα, «κόντρα» στο αριστερό «προφίλ» που «πλασάρει» και την έμφυτη ανικανότητά της.

Δεν πρέπει επίσης να υπάρχει αμφιβολία ότι, όπως και να εξελιχθεί και όπου και να καταλήξει η διαδικασία της αξιολόγησης (αν δεν καταλήξει, η καταστροφή θα είναι αναπόφευκτη), πρόσθετα βάρη θα πέσουν στις πλάτες της μεσαίας τάξης. Το χειρότερο, οι χαμηλότερες τάξεις και οι πραγματικά αναξιοπαθούντες πολίτες δεν θα ωφεληθούν, εκτός και αν θεωρηθεί όφελος η αριθμητική αύξησή τους ή η ενδεχόμενη ικανοποίηση του φθόνου που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία. Αν δεν ξεφύγει η κυβέρνηση από την ιδεοληπτική πολιτική της Αριστεράς «α λα γκρέκα», που τη χαρακτηρίζει, δεν πρόκειται να υπάρξει ανάπτυξη, δεν πρόκειται να μεγαλώσει η «πίτα» για να μοιραστεί. Αν πάλι ξεφύγει, θα είναι μεν έκπληξη, αλλά δεν θα μπορεί να πουλάει πια λαϊκίστικη αριστεροσύνη.