ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μακρύ χέρι της κυβέρνησης;

​Η διάκριση των εξουσιών είναι μεγάλο πράγμα. Και δύσκολο. Μεγάλο, διότι είναι αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι παλαιόθεν γνωστό ότι «η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Ο κανόνας είναι ότι κάθε άνθρωπος με δύναμη θα την καταχραστεί· άλλοτε για ίδιον όφελος άλλοτε για να προωθήσει τα δικά του «κοινωνικά ιδανικά» (ανεξαρτήτως της θέλησης των πολιτών), και συνηθέστερα και για τα δύο. Γι’ αυτό οι εξουσίες όχι μόνο διαχωρίζονται αλλά στη Δημοκρατία επιβάλλεται και να αλληλοελέγχονται. Η μία πρέπει να προσέχει την άλλη για να μην υπάρχουν εκτροπές.

Στις ΗΠΑ, όπου το Σύνταγμα είναι ιερό, ο πρόεδρος διορίζει τους ανώτατους δικαστές, «με τη συμβουλή και τη συγκατάθεση της Γερουσίας». Οι ακροάσεις των υποψηφίων είναι δημόσιες και όλοι οι πολίτες μπορούν να παρακολουθήσουν από την τηλεόραση τον ενδελεχή έλεγχο που κάνει η νομοθετική εξουσία σε μιαν απόφαση της εκτελεστικής που αφορά τη στελέχωση της δικαστικής. Στην ελλειμματική δημοκρατία της Ελλάδας, το Υπουργικό Συμβούλιο ανέλεγκτο επιλέγει τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, και μάλιστα χωρίς οι πολίτες να γνωρίζουν τι πρεσβεύουν ή τι έργο έχουν οι ανώτατοι δικαστές. Μισή τομή πήγε να γίνει το 2010, αλλά πνίγηκε στα λιμνάζοντα ύδατα της μικροπολιτικής και του συντεχνιασμού των δικαστών. Με τον νόμο 3841/2010 προβλέφθηκε ότι πριν από τη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου απαιτούνταν η διατύπωση γνώμης από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής επί ενός καταλόγου υποψηφίων που προτείνονται από τον υπουργό, η οποία όμως δεν δέσμευε τον υπουργό (εξ ου και το «μισή τομή») στην εισήγησή του. Πάντως, ακόμη κι αυτή η «μισή τομή» –η γνώμη, δηλαδή, όλων των κομμάτων της Βουλής– ήταν καλύτερη από την αυθαίρετη επιλογή των ανωτάτων δικαστών από την παντοκράτειρα εκτελεστική εξουσία. Τώρα οι ηγεσίες των ανωτάτων δικαστηρίων –ακόμη κι αν δεν είναι– φαντάζουν στα μάτια των πολιτών υποχείρια της κυβέρνησης, η οποία ανέλεγκτα τις διορίζει.

Τούτη η κυβέρνηση έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα· όπως, εξάλλου, τα κάνει σε κάθε τομέα. Νομοθέτησε τη δυνατότητα πειθαρχικού ελέγχου όλων των δικαστών από τον/την πρόεδρο του Αρείου Πάγου, επεκτείνοντας κατ’ ουσίαν τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας επί των δικαστών σε ολόκληρη την ιεραρχία. Ετσι υποσκάπτεται το κύρος της Δικαιοσύνης. Ακόμη και σε έναν εντελώς αθώο κόσμο, ποιος δικαστής θα βγάλει απόφαση ενάντια στην κυβέρνηση, όταν έχει απλώς την υποψία ότι μπορεί να διωχθεί πειθαρχικά από τον διορισμένο από την κυβέρνηση πρόεδρο του Αρείου Πάγου; Πώς θα πιστέψει ένας πολίτης στο αδέκαστο της Δικαιοσύνης, όταν γνωρίζει ότι –έστω θεωρητικώς– το μακρύ χέρι της κυβέρνησης φτάνει μέχρι τον δικαστή του;

Με την κ. Βασιλική Θάνου η ιστορία καταλήγει ως τραγέλαφος. Η ίδια ως πολίτης κάνει μήνυση στον καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Σταύρο Τσακυράκη και ως πρόεδρος του Αρείου Πάγου μπορεί να ελέγξει πειθαρχικά τον δικαστή που θα πάρει την απόφαση. Αφού έκανε τη μήνυση, είναι πεπεισμένη για το δίκιο της, και συνεπώς οποιοσδήποτε δικαστής βγάλει αντίθετη απόφαση πρέπει, εκ των πραγμάτων, να κάτσει στο σκαμνί του πειθαρχικού της. Συνεπώς ό,τι πιστεύει η κ. Θάνου είναι νόμος για ολόκληρη τη Δικαιοσύνη. Υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός και μεγαλύτερη διάβρωση της αξιοπιστίας του δικαστικού συστήματος;

Η κυβέρνηση της πρώτης φοράς –λόγω άγνοιας, προχειρότητας και μικροπολιτικών σχεδιασμών– δεν καταστρέφει μόνο την οικονομία και ό,τι στοιχειωδώς λειτουργούσε στο κράτος. Διαβρώνει βαθύτατα τους θεσμούς και αυτό θα τo πληρώσουμε ακριβότερα.