ΑΠΟΨΕΙΣ

Διαφθορά και ήθος

Η συζήτηση που θα διεξαχθεί σήμερα στη Βουλή για τη διαφθορά θα μπορούσε να είναι μια καλόπιστη και ουσιαστική προσέγγιση μιας παθογένειας που επί δεκαετίες ταλανίζει την ελληνική πολιτική και οικονομική ζωή, με στόχο να διορθωθούν τα κακώς κείμενα και η χώρα να αναπνεύσει. Δυστυχώς, η μέχρι τώρα εμπειρία δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Κάποιοι θα επιχειρήσουν να παρουσιασθούν ως «καθαροί» και θα επαναλάβουν τις κορώνες κατά της διαπλοκής, με την οποία όμως έδειξαν ότι ήταν πρόθυμοι και ικανοί να συμβιώσουν αρμονικά. Οι δε ατυχείς πολίτες θα εισπράξουν αποπροσανατολιστικά αφηγήματα και ψεύτικα διλήμματα. Σε αυτούς εναπόκειται να μην παρασυρθούν και να είναι αυστηροί, αλλά δίκαιοι κριτές. Τα πράγματα είναι σαφή. Διαφθορά υπήρχε και υπάρχει. Δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο. Εντιμοι και σωστοί πολιτικοί υπάρχουν σε όλα τα κόμματα. Οπως υπάρχουν και διεφθαρμένοι.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν συμμετείχε στο «πάρτι» των προηγούμενων δεκαετιών. Αυτό είναι το μόνο εφόδιο που διαθέτει στα μάτια εγχώριων –μεταξύ αυτών και του γράφοντος– και ξένων παρατηρητών. Γιατί, σε επίπεδο άσκησης πολιτικής, η ιδεοληψία, η άγνοια των θεμάτων και η απειρία στη διαχείρισή τους έχουν επιφέρει τεράστια ζημία στη χώρα. Ομως, η διαφθορά συνήθως δεν αφορά τον ίδιο τον πρωθυπουργό, αλλά συνεργάτες, υπουργούς, κομματάρχες… Πάντως, είναι τουλάχιστον οξύμωρο να καταφέρεται κατά της διαφθοράς ο ηγέτης μιας παράταξης που για να φθάσει από το 4% στο 35% αγκάλιασε όλο το «βαθύ ΠΑΣΟΚ», το οποίο ανήγαγε τη διαφθορά σε παράμετρο της ελληνικής καθημερινότητας.

Από την άλλη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλείται να υπεραμυνθεί αμαρτιών σαράντα ετών. Είναι εν μέρει άδικο, καθώς ο ίδιος έχει βρεθεί στην «πρώτη γραμμή» για μόλις ενάμιση χρόνο, ως υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης. Το έργο του δεν θα είναι εύκολο, με δεδομένες και τις φατρίες στο εσωτερικό της Κεντροδεξιάς. Ομως, για να πείσει πρέπει να έχει το θάρρος να κάνει μια γενναία αυτοκριτική. Δεν χρειάζεται ένα υπερβολικό, ισοπεδωτικό και, εν πολλοίς, άδικο αυτομαστίγωμα, διότι η Ν.Δ. έχει προσφέρει πολλά στη χώρα: από την πολιτική ενηλικίωση, που συμπεριλάμβανε και τη νομιμοποίηση του «αντιπάλου», μέχρι τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αλλά οφείλει να αναγνωρίσει λάθη και ευθύνες του παρελθόντος. Μόνον αν εκπέμψει μια αίσθηση ειλικρίνειας θα μπορέσει να περάσει στο «αύριο», που είναι και το ζητούμενο. Το σίγουρο είναι πως στη σημερινή Ελλάδα κανείς δεν έχει πλέον το ηθικό πλεονέκτημα. Το κριτήριο δεν μπορεί να είναι παραπομπές στο τι συνέβη πριν από 70 χρόνια. Οι πολίτες έχουν δει πολλά, από όλους. Αρκετά τους παρέσυραν και τους εκμεταλλεύθηκαν με κομματικά ψευτοδιλήμματα. Στη νέα μεταπολίτευση που βιώνει η χώρα, καλούνται να επιβραβεύσουν το ήθος, την ευθύτητα, αλλά και την ικανότητα, χωρίς διχαστικές και διαστρεβλωτικές παρωπίδες του παρελθόντος.