ΑΠΟΨΕΙΣ

Προβληματική συμφωνία καλύτερη από το τίποτε;

Είναι σαφές ότι η συμφωνία της 18ης Μαρτίου μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας δεν αποτελεί μια απολύτως ικανοποιητική διευθέτηση της προσφυγικής-μεταναστευτικής κρίσης. Τίθεται όμως το ερώτημα εάν μια καλύτερη συμφωνία θα ήταν εφικτή στο πλαίσιο των υφιστάμενων συσχετισμών ισχύος και των θέσεων και επιδιώξεων των 28 κρατών-μελών της Ε.Ε. Επειδή η απάντηση είναι πιθανότατα όχι, είναι χρήσιμο να δούμε τις πιθανές αδυναμίες τής εν λόγω συμφωνίας. Το πρώτο πρόβλημα είναι οργανωτικής φύσης. Η Ελλάδα καλείται να δημιουργήσει, με σημαντική ευρωπαϊκή βοήθεια, έναν αποτελεσματικό μηχανισμό υποβολής και εξέτασης αιτήσεων ασύλου και επαναπροώθησης των προσφύγων-μεταναστών στην Τουρκία. Το μέγεθος του εγχειρήματος, η χρονική πίεση και οι διαχρονικές αδυναμίες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αποτελούν σημαντικές προκλήσεις. Το δεύτερο ερώτημα αφορά την εφαρμογή της συμφωνίας από την Τουρκία, ζήτημα για το οποίο εκφράζονται πολλές αμφιβολίες. Η γειτονική χώρα ουσιαστικά καλείται να επωμιστεί ένα πρόσθετο βάρος με τη φιλοξενία μεγαλύτερου αριθμού προσφύγων και –κυρίως– μεταναστών. Τα βασικά κίνητρα υλοποίησης της συμφωνίας είναι η οικονομική βοήθεια που θα λάβει και, κυρίως, η κατάργηση των θεωρήσεων (βίζα) για Τούρκους πολίτες που επισκέπτονται την Ε.Ε. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι αυτό τελικώς θα υλοποιηθεί λόγω αντιρρήσεων από τη Γαλλία και άλλες χώρες. Σε αυτήν την περίπτωση, η έστω και ελλειμματική εφαρμογή της συμφωνίας θα τεθεί εν εμφιβόλω.

Τρίτον, τα αριθμητικά όρια επανεγκατάστασης, καθώς το όριο των 72.000 θα μπορούσε να καλυφθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα και δεν είναι σαφές αν θα υπάρξουν πρόσθετες επαναπροωθήσεις (με δεδομένο τον –προς το παρόν, τουλάχιστον– εθελοντικό χαρακτήρα του προγράμματος). Τέταρτον, δεν ξεκαθαρίζεται η τύχη όσων έχουν εγκλωβιστεί στην Ελλάδα. Ο σημερινός αριθμός των 50.000+ αναμένεται ότι θα αυξηθεί αρκετά μέχρι να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία. Αν οι αριθμοί παραμείνουν σε αυτά τα όρια, η κατάσταση θα είναι σχετικώς διαχειρίσιμη, υπό την προϋπόθεση ότι θα δοθεί επαρκής ευρωπαϊκή βοήθεια και ότι θα δημιουργηθεί η απαραίτητη διοικητική δομή. Οσον αφορά στο ανακοινωθέν Συμβούλιο Προσφυγικής και Μεταναστευτικής Πολιτικής, αξίζει να θυμόμαστε τη ρήση: «Η καμήλα ήταν ένα άλογο σχεδιασμένο από μια επιτροπή». Αυτό που χρειάζεται για τη διαχείριση της κρίσης είναι ένας «τσάρος» με διευρυμένες αρμοδιότητες και την απαραίτητη εμπειρία, που θα ασχοληθεί, μεταξύ άλλων, και με το ζήτημα της ασφάλειας. Σε όλα αυτά τα προβλήματα θα πρέπει να προσθέσει κανείς τις ανησυχίες της Αυστρίας για το άνοιγμα εναλλακτικών διαδρομών (μέσω Βουλγαρίας), τις ενστάσεις διεθνών οργανισμών περί της νομιμότητας της επιλεγείσας διαδικασίας, τον έντονο τουρκοσκεπτικισμό σε αρκετές χώρες, αλλά και τον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων στις Βρυξέλλες, που ασφαλώς θα ενισχύσουν τις ξενοφοβικές και ισλαμοφοβικές φωνές στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ολων τούτων λεχθέντων, τίθεται το ερώτημα εάν η χώρα μας έχει άλλη επιλογή από την προσπάθεια τήρησης της συγκεκριμένης συμφωνίας; Ταυτόχρονα, βεβαίως, θα πρέπει να υπάρχει προετοιμασία για το –εφιαλτικό και δυστυχώς όχι απίθανο– σενάριο Β, της διαχείρισης της κρίσης χωρίς κάποια συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας.

* Ο κ. Θάνος Π. Ντόκος είναι γενικός διευθυντής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.