ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο έρωτας στα χρόνια των πολέμων

​Αχιλλέας; Ο Λεωνίδας; Ο Αλέξανδρος; Ο Διγενής Ακρίτας; Ή κάποιος ήρωας του ’21, λ.χ. ο Διάκος; Ποιος άραγε θα πρώτευε στις προτιμήσεις μας, αν μας ζητούσαν να επιλέξουμε από τον μύθο και την Ιστορία τον γενναιότερο από τους ήρωες που επικαλούμαστε με επετειακή ή άλλη αφορμή; Δεν είναι βέβαια καλλιστεία αυτού του τύπου οι αξιολογήσεις. Και δεν έχουν σχέση με την εμμονή μας να δίνουμε ψευδοαντικειμενική βάση σε άκρως υποκειμενικά αισθήματα (με ψηφοφορίες σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες π.χ.), κατονομάζοντας «τους δέκα καλύτερους ποιητές όλων των εποχών» με την ίδια επιπόλαιη άνεση που προσδιορίζουμε «τις δέκα καλύτερες παραλίες της Γης».

Παραμένει αξιοπαρατήρητο, πάντως, το γεγονός ότι ένας από τους πιο τρανούς ήρωες, αυτός που δοξάστηκε από το «εθνικόν έπος των νεωτέρων Ελλήνων», όπως χαρακτήρισε ο Νικόλαος Πολίτης το έπος του Ακρίτα, και συνέχισε να συγκινεί την ελληνική λογοτεχνία τουλάχιστον έως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, είναι ο Διγενής. Η μάνα του ήταν χριστιανή, από τη βυζαντινή οικογένεια των Δουκάδων. Και ο πατέρας του «αμιράς, πρωταμιράς και πρώτος της Συρίας». Ενας Σαρακηνός. Ενας Αραβας δηλαδή. Μουσουλμάνος.

«Ασφαλεστάτη αφετηρία της νέας ελληνικής ποιήσεως», κατέληγε ο Πολίτης στον λόγο του στο Πανεπιστήμιο στις 14.1.1907, όταν αναλάμβανε την πρυτανεία, «δύναται να χρησιμεύση το εθνικός έπος, εν ω παρακολουθούμεν την ιστορικήν ανάπτυξιν της ελληνικής ψυχής, και όπερ πραγματευόμενον περί της συγκρούσεως του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον και την υπεροχήν του ελληνικού επιδεικνύον, και προοιωνιζόμενον την οριστικήν τούτου καθυπερτέρησιν, περικλείει τα ιδεώδη και τους πόθους του ελληνικού γένους». Ισως όμως θα ήμασταν πιο κοντά στα πράγματα εάν μιλούσαμε για την επίδειξη της υπεροχής του χριστιανικού κόσμου απέναντι στον μουσουλμανικό, και όχι του ελληνικού, τουλάχιστον με το νόημα που αποδίδουμε σήμερα στον όρο.

Τον 10ο και τον 11ο αιώνα, οπότε «άρχισαν λαϊκοί ποιητές να συνθέτουν προφορικά στην Καππαδοκία αφηγηματικά αυτοτελή ποιήματα» για τον Διγενή (βλ. Στυλιανός Αλεξίου, «Βασίλειος Διγενής Ακρίτης και τα άσματα του Αρμούρη και του Υιού του Ανδρόνικου», Ερμής, 1990) τα ονόματα «Ελλην» και «ελληνικός» δεν ήταν στις δόξες τους. Ισα ίσα, είχαν μειωτική σημασία. «Από τον 6ο ώς τον 11ο αιώνα», γράφει ο Νίκος Σβορώνος (στο βιβλίο «Το ελληνικό έθνος: Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού», Πόλις, 2004), «το πολιτιστικό περιεχόμενο των όρων Ελλην – ελληνικός υποχωρεί, ώσπου σχεδόν εξαφανίζεται μπροστά στο θρησκευτικό περιεχόμενο, που αποδίδεται τώρα σε κάθε μη χριστιανό και μη Εβραίο, και ταυτίζεται με τον όρο εθνικός και το λατινικό paganus». Εφόσον, λοιπόν, προβαλλόταν επί αιώνες η εξίσωση Ελλην = μη χριστιανός, θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί με την εκ των υστέρων προβληθείσα ταυτότητα Ελλην = χριστιανός, όταν μάλιστα της αποδίδεται αναδρομική ισχύς.

Το έπος του Διγενή, που μιλάει για Ρωμανία και Ρωμαίους, επιζητεί να αναδείξει την υπεροχή του χριστιανισμού. Γι’ αυτό και αναδεικνύει τη θρησκευτική μεταστροφή του ερωτευμένου αμιρά, όπως την εξηγεί ο ίδιος:

«Ο πόθος μου με ηνέγκασε και εις Ρωμανίαν εξέβην· / την πίστιν μου αρνήθηκα, κυρά μου, ως διά εσέναν». «Απ’ την πολλήν αγάπην» για τον γιο της αλλαξοπίστησε και η μητέρα του, παρά τη σφοδρή αρχική της αντίδραση. Τέλος, «εβάπτισεν ο αμιράς άπαντα τον λαόν του». Οσο κι αν βαφτίστηκαν χριστιανοί όμως οι Σαρακηνοί, εθνικά παρέμειναν Αραβες. Η θρησκευτική μεταστροφή δεν σημαίνει και ακαριαία αναβάπτιση της φυλετικής ταυτότητας. Στις φλέβες του Διγενή, λοιπόν, έτρεχε μεν αίμα χριστιανικό και από τους δύο γονείς του, ο ήρωας όμως είχε και σαρακήνικη κληρονομιά, ισότιμη με τη ρωμανική.

Είναι ικανός άραγε ο έρωτας να οδηγήσει τα «θύματά» του σε αλλαξοπιστία, και μάλιστα να τα προσηλυτίσει στην κατεξοχήν αντίπαλη θρησκεία; Το ακριτικό έπος (η σύνθεση του οποίου, με θεμέλιο τα παλαιότερα ανώνυμα άσματα, αποδίδεται σε αταύτιστους, πάντως συγκεκριμένους ποιητές ή «διασκευαστές») έδωσε τη δική του απάντηση, μία και μόνη, τιμητική για τον χριστιανισμό. Αντίθετα, τα δημοτικά, παρότι «αφελή» (ή ίσως ακριβώς χάρη σ’ αυτό), πραγματεύτηκαν τις ερωτικές σχέσεις χριστιανών και μουσουλμάνων (και γενικότερα τον έρωτα ανάμεσα σε αλλόφυλους και αλλόθρησκους), παραμένοντας ανοιχτά στη δυναμική και την ποικιλία των ανθρωπίνων.

Δεν αναδεικνύουν δηλαδή μία και μόνη εκδοχή στη λύση του ερωτικού δράματος, και μάλιστα την εθνικώς ή θρησκευτικώς πρέπουσα. Δεν θέλουν να καθοδηγήσουν, επικροτώντας ή αποδοκιμάζοντας. Δεν έχουν ενιαία γραμμή. Το τι θα συμβεί τελικά, αν θα αλλαξοπιστήσει το ένα μέλος του ζευγαριού και ποιο από τα δύο, εξαρτάται από την ιστορική περίοδο δημιουργίας κάθε τραγουδιού, στη διάρκεια των τετρακοσίων χρόνων (ή και περισσότερων για ορισμένες περιοχές) της σκλαβιάς και από τον τόπο δημιουργίας του.

Το θέμα είναι τεράστιο, και μόνο κάποιες νύξεις προλαβαίνω εδώ. Υπάρχουν, λοιπόν, τραγούδια όπου η Ελληνίδα μάνα πιέζει την κόρη της να ενδώσει («Πάρ’ τονε, κόρη μου, τον Τούρκο άντρα, / να σε πηαίνει στην Αλεξάντρα») ή συναινεί η ίδια η Ελληνοπούλα: «Τσώπα, τσώπα, κυρά μάνα, μην ντροπιάζεσαι, / τον Μεχμέταγα τον θέλω και τον αγαπώ, / για να γένω βοϊβοντίνα μες στα Γιάννινα». Αριθμητικά, υπερτερούν τα τραγούδια που ιστορούν την ηρωική άρνηση της αιχμάλωτης Ελληνοπούλας να προσηλυτιστεί στην πίστη του Τούρκου απαγωγέα και να ζήσει μαζί του. Χαρακτηριστικό είναι το τραγούδι της Λιάκαινας (αποθησαυρισμένο στις «Εκλογές» του Πολίτη, αρ. 59), όπου ο εξής διάλογος (που τον συναντούμε σε πολλά παρεμφερή τραγούδια): «“Λιάκαινα, δεν παντρεύεσαι, δεν παίρνεις Τούρκον άντρα, /να σ’ αρματώσει στο φλωρί, μες στο μαργαριτάρι;” / “Κάλλιο να ιδώ το αίμα μου τη γης να κοκκινίσει, / παρά να ιδώ τα μάτια μου Τούρκος να τα φιλήσει”». «Μέγιστος είναι ο αριθμός των νεαρών Ελληνίδων γυναικών, όσαι απαχθείσαι αιχμάλωτοι υπό των Τούρκων επροτίμησαν τον θάνατον αντί της συμβιώσεως μετά του άρπαγος», γράφει ο Πολίτης.

Το πόσο καθαρή, αμερόληπτη και τίμια είναι η δημοτική ποίηση φαίνεται και από το γεγονός ότι τα λόγια της ηρωικής άρνησης τα ακούμε και από το στόμα Τουρκοπούλας, σε τραγούδι της Χαλκιδικής: «Μια Τουρκοπούλα στο τζαμί το “ιλαλά” φωνάζει. / “Τούρκα μου, δεν παντρεύεσαι, Ρωμιόν άντρα δεν παίρνεις;” / “Εγώ Τούρκα γεννήθηκα, Ρωμαίισσα θα πεθάνω; / Κάλλιο να διώ το αίμα μου τη γης να κοκκινίσει / παρά να διώ τα μάτια μου Ρωμιός να τα φιλήσει”».