ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αναγκαιότητα του ελληνικού πολιτισμού

Στον Economist 12-18 Μαρτίου 2016, στην επιφυλλίδα «Charlemagne», για θέματα που έχουν σχέση με την Ευρώπη, υπάρχει ένα εξαίρετο άρθρο με τίτλο «Η αναγκαιότητα του πολιτισμού». Προτρέπει στον υπότιτλό του ότι «Η κοινή ιστορία της Ευρώπης πρέπει να εμπνέει και όχι να αγνοείται». Αμφισβητεί δε ότι η χριστιανική θρησκεία είναι πλέον σήμερα το κύριο ιστορικό κοινό γνώρισμα που επικαλούνται οι κάτοικοι της Ευρώπης για τον αυτοπροσδιορισμό τους. Ολο και περισσότερο η κλασική της εποχή με την αρχαία Αθήνα και τη Ρώμη και ο συσχετισμός των με τη δημοκρατία, αναφέρονται ως θεμέλια της κοινής τους ιστορίας. Και δικαιώνει Ιταλούς και Ελληνες που κακίζουν τους «άξεστους» βορειοευρωπαίους που με τους άτεγκτους οικονομικούς τους κανόνες, αν προκαλέσουν την έξοδο των δύο χωρών από την Ε.Ε., θα διαπράξουν έγκλημα «ισοδύναμο με τη βίαιη αφαίρεση της καρδιάς της».

Διαπιστώνει ότι οι ευρωπαϊκές χώρες με τη μεγαλύτερη αρχαία πολιτιστική κληρονομιά, η Ιταλία και η Ελλάδα, είναι αυτές που οι κυβερνήσεις τους ξοδεύουν τα λιγότερα για τη διατήρησή της και την προβολή των τεχνών. Η Ελλάδα το 2013 ξόδεψε το 0,2% των δημοσίων δαπανών της, το χαμηλότερο σε όλη την Ευρώπη, και η Ιταλία 0,6%. Η φειδωλότητά τους αυτή σημειώνει ότι είναι μερικώς συνδεδεμένη με τις οικονομικές τους δυσκολίες, αλλά οφείλεται και στο γεγονός ότι και στις δύο χώρες για τα αρμόδια υπουργεία Πολιτισμού τους και τις αρχαιολογικές τους υπηρεσίες, οι ιδιωτικές χορηγίες (στην Ιταλία ευτυχώς έπαψε αυτό πρόσφατα) ήταν και είναι ανεπιθύμητες.

Εχω απεριόριστο θαυμασμό και εκτίμηση για το έργο των Ελλήνων αρχαιολόγων και των συναφών τους οργανισμών και εταιρειών. Σ’ αυτούς οφείλεται κατά κύριο λόγο η προστασία και η διάσωση των αρχαιολογικών μας θησαυρών εδώ και 150 χρόνια. Μια μερίδα όμως έξοχων κατά τα λοιπά αρχαιολόγων απέκτησε μια συναισθηματική, οιονεί ιδιοκτησιακή, σχέση με το αντικείμενο, παραγνωρίζοντας ότι ήταν απλώς θεματοφύλακες του εθνικού αυτού πλούτου, η διαχείριση και εκμετάλλευση του οποίου πρέπει να γίνεται ακόμη και προς οικονομικό όφελος του κράτους, με τη σύνδεσή του και με τον τουρισμό. Τελευταίως το φαινόμενο αυτό πήρε και πολιτική διάσταση με τη γενικότερη ξενοφοβική νοοτροπία της για «πρώτη φορά αριστερά» και την ειδικότερα έντονη αριστερή ιδεοληψία των δύο υπουργών που διορίστηκαν διαδοχικά στο υπουργείο Πολιτισμού και του συνδικαλιστικού οργάνου των αρχαιολόγων, αλωμένου από ακραία αριστερή «συνιστώσα», που μάχεται ακόμη και τις λίγες υπάρχουσες ανασκαφές που γίνονται με χορηγίες.

Χρειαζόμαστε όταν απαλλαγούμε από την αριστερή κυβέρνηση ή η ιδία από τα ξενοφοβικά και συνωμοσιολογικά σύνδρομά της, με τα οποία κατέλαβε την εξουσία, μια αναθεώρηση του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου, του ν. 3525/2007. Χρειάζεται εκ νέου η θεσμοθέτηση μιας ξεχωριστής ειδικής αρχαιολογικής χορηγίας με ισχυρό φορολογικό κίνητρο, αποκλειστικά για την ενίσχυση των ανασκαφών και την ανάδειξη των αρχαίων μας μνημείων. Με αυστηρές προϋποθέσεις για την αποδοχή της, ακόμη και με έλεγχο της προέλευσης των πόρων του χορηγού για την εφαρμογή του φορολογικού κινήτρου, καθώς και με συγκεκριμένους περιοριστικούς όρους για τη διαφήμισή του σε χορηγούμενο μνημείο, όπως έχουν καθιερωθεί στην Ιταλία, όπου τελευταίως ακόμη και οίκοι μόδας, όπως οι Prada και Fendi, χορήγησαν με τεράστια ποσά την αναπαλαίωση των πιο γνωστών τους διεθνώς μνημείων, το Κολοσσαίο και τη Fontana di Trevi.

Ας καταλάβουν ότι η αρχαία Ελλάδα δεν ανήκει μόνο στους Ελληνες αλλά, όπως γράφει το Εconomist, στην Ευρώπη, αν όχι και σε ολόκληρη την οικουμένη.

* Ο κ. Στρατής Ε. Στρατήγης είναι επ. δικηγόρος Δ.Ν., τ. βουλευτής Επικρατείας.