ΑΠΟΨΕΙΣ

Το δένδρο των φόρων στο δάσος της οικονομίας

Ο κύβος ερρίφθη. Η φορολογική πίεση θα αυξηθεί κι άλλο. Τα λεγόμενα μεσαία εισοδήματα θα πληρώσουν και πάλι. Ακόμη περισσότερα σε ακόμη μικρότερο χρονικό διάστημα. Χωρίς καμία δικαιολογία. Καμία έκτακτη ανάγκη. Κανέναν «κοινωνικό» λόγο, αφού δεν πρόκειται να αυξηθούν τα προνοιακά επιδόματα, ούτε η επιδότηση των ανέργων ούτε βεβαίως επειδή προέκυψε κάποια έκτακτη ανάγκη. Μήτε αυτή που θα απεδίδετο στο μεταναστευτικό κύμα, αφού προσφέρονται οι Ευρωπαίοι να πληρώσουν για τα κλειστά προς αυτούς σύνορα.

Γιατί, λοιπόν, το κράτος ζητεί από τους πολίτες περισσότερους φόρους; Υπάρχουν δύο λόγοι. Ο πρώτος είναι ο πιο απλός: το κράτος πέφτει –για μιαν ακόμη φορά– «έξω»! Το περίφημο δημοσιονομικό κενό, το άνοιγμα δηλαδή μεταξύ μελλοντικών εισπράξεων και υπολογιζόμενων δαπανών (μαζί με τους τόκους) για την τριετία 2016-2018, που αφορά την περίοδο εφαρμογής του τρίτου μνημονίου, θα καλυφθεί μόνο με τη μείωση του διαθέσιμου μετά τη φορολογία εισοδήματος.

Ο δεύτερος λόγος αφορά τον εκλογικό σχεδιασμό του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι προφανές, εκ των πράξεών τους, πως η ομάδα Τσίπρα –και όσοι τους υποστηρίζουν– εκτιμά ότι κάποια στιγμή μέσα στο επόμενο έτος θα υποχρεωθεί να προσφύγει σε εκλογές. Υπάρχουν, όπως πάντα, οι επιθετικοί, που προτείνουν εκλογές μόλις «καθαρογραφεί» η όποια διευθέτηση για το χρέος και, βεβαίως, αφότου ο κ. Τσίπρας κατοχυρώσει τον έλεγχό του επί του νέου κόμματος που σκοπεύει να επανιδρύσει. Στα επιχειρήματα αυτής της πλευράς συνηγορεί ο ρεαλισμός, αφού μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου οι πολίτες δεν θα έχουν, ακόμη, υπολογίσει στην πλήρη έκτασή της τη φοροεπιδρομή που πρόκειται να υποστούν.

Οι λιγότερο επιθετικοί προσδοκούν περισσότερο όφελος από την αλλαγή στο κρίσιμο θέμα της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της οικονομίας. Πιστεύουν ότι η ανάκτηση της ελπίδας, κυρίως με την αναστροφή της ύφεσης, ίσως και με κάποιες καλά προπαγανδισμένες επενδύσεις, θα ισοφαρίσει την πολιτική ζημιά που θα προκαλέσει ο φορομπηχτικός συμβιβασμός που απαιτεί η κατάληξη της τρέχουσας αξιολόγησης.

Τόσο η μία όσο και η άλλη προσέγγιση κοιτούν το δένδρο και χάνουν το δάσος. Η ομάδα Τσίπρα δεν θα κατορθώσει να επαναλάβει το εκλογικό «νταμπλ» του ΠΑΣΟΚ, όταν κέρδισε για δεύτερη φορά, το 1985, με το τεράστιο 46%, μετά το 48% του 1981. Ο κ. Τσίπρας σπατάλησε το κεφάλαιο που του επιδαψίλευσε η Ιστορία (βοηθούσης της έλλειψης ρεαλισμού των ψηφοφόρων) με τις επί επτάμηνο ανοησίες, την «προδοτική» ανατροπή του δημοψηφίσματος και την καταβύθιση της οικονομίας στα δεσμά του τρίτου μνημονίου και των capital controls.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετά χρήματα για να συνεχίσει η κοινωνία να πληρώνει για τον Λεβιάθαν που θέλει να ιδρύσει ο Αλέξης Τσίπρας. Θα αποτύχει όπως απέτυχε, ευτυχώς, ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου στον καιρό του.