ΑΠΟΨΕΙΣ

Τακούνια στην άσφαλτο

Οταν ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, αστέρι του παγκόσμιου μπάσκετ πλέον, με καταγωγή από τη Νιγηρία και πατρίδα την Ελλάδα, φοράει με περηφάνια το εθνόσημο, αρκετοί αισθάνονται άβολα. Δεν είναι μόνο εκείνοι που σχολιάζουν κάτω από τις ειδήσεις που τον αφορούν ότι «δεν θα γίνει Ελληνας ποτέ», οι οποίοι έτσι κι αλλιώς δεν μας αφορούν, είναι εκτός τόπου, χρόνου, εποχής, irrelevant που λένε. Είναι και όσοι τον υπερασπίστηκαν στη μάχη του για την ιθαγένεια, αλλά νιώθουν λίγο περίεργα όταν αυτό το παιδί βροντοφωνάζει ότι αγαπάει αυτή τη χώρα. Η Ελλάδα, η ελληνικότητα, η σημαία έχουν αποκτήσει μυστήριο φορτίο τα τελευταία χρόνια, κυρίως ως αντιστάθμισμα στις υπερπατριωτικές, ξενοφοβικές φωνές. (Καμιά φορά αναρωτιέμαι πώς θα υποδέχονταν τον στίχο του Ρασούλη οι σημερινοί τιμητές των πάντων, δηλαδή όλοι μας.)

Η ίδια αμηχανία μάς κατέλαβε και με αφορμή τη μαθητική παρέλαση. Εκτός από τους γνωστούς Ελληνάρες που έφριξαν με την εικόνα της μικρής μαθήτριας με τη μαντίλα, υπάρχουν και εκείνοι που δεν ξέρουν πώς να διαχειριστούν το γεγονός ότι ένα παιδί μεταναστών θέλει να παρελάσει για την Ελλάδα (δηλώνοντας μάλιστα ότι «είναι μια μέρα υπερηφάνειας για την Ελλάδα και μου αρέσει που συμμετέχω»). Οι περισσότεροι υπερασπιστήκαμε το δικαίωμα της κοπέλας να παρελάσει, σημειώνοντας ταυτόχρονα για αποφυγή παρεξηγήσεων ότι είμαστε κατά των μαθητικών παρελάσεων αλλά και της μαντίλας ως συμβόλου της γυναικείας καταπίεσης.

Η σύγχυση απέναντι στα γεγονότα ενίοτε αποκτά και στοιχεία παραφροσύνης. Καθυβρίζουμε την ίδια «Δύση» στην οποία επιθυμούν να βρουν καταφύγιο, ελευθερία, δικαιώματα εκατομμύρια πρόσφυγες. Προφανώς ξέρουμε καλύτερα από αυτούς. Οταν το Ισλαμικό Κράτος εκτελεί παιδιά στα εδάφη του φρίττουμε, αλλά όταν ανατινάζεται στο σπίτι μας έχουμε έτοιμη την εξήγηση. Ενώ με αντίπαλο τη Χρυσή Αυγή, εντός των τειχών, τα είχαμε λύσει, συμφωνώντας ότι όταν κάποιος εχθρεύεται μια κατηγορία ανθρώπων με βάση τη θρησκεία και την καταγωγή τους, είναι φασίστας, όταν οι τζιχαντιστές σκοτώνουν με βάση ακριβώς τα ίδια κριτήρια, φταίμε εμείς που σπείραμε το μίσος στα σωθικά τους.

Εχουμε μπλεχτεί. Δυσκολευόμαστε να διατηρήσουμε μια ενιαία, αδιαπραγμάτευτη στάση, χωρίς «αλλά», αστερίσκους και υποσημειώσεις. Σύμφωνοι, η πραγματικότητα δεν είναι άσπρο-μαύρο, αλλά ούτε μπορούμε να πλέουμε συνεχώς στα θολά, χρωματίζοντας τις καταστάσεις κατά το δοκούν, με δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Ισως καμιά φορά χρειάζεται απλώς να εστιάσουμε στο δέντρο. Αφαιρώντας τον βόμβο, θα ακούσεις ένα ζευγάρι τακούνια στην άσφαλτο. Ενα κορίτσι που περπατά αγέρωχα. Που δεν σηκώνει στις πλάτες της τις ευθύνες κανενός και δεν επιθυμεί να γίνει σύμβολο των αγώνων κανενός άλλου. Είναι ένα κορίτσι που περπατάει, βγάζοντας όσο θόρυβο και όση σιωπή χρειάζεται.