ΑΠΟΨΕΙΣ

Κι αν μας έφερναν μετάλλια;

Οκτώβριος 1962. Η ανθρωπότητα παρακολουθούσε με κομμένη ανάσα την επαπειλούμενη σύγκρουση ΗΠΑ – ΕΣΣΔ για την εγκατάσταση σοβιετικών πυρηνικών όπλων στην Κούβα. Η ανακούφιση ήλθε μετά σκληρή διπλωματική χειροπάλη και υποχωρήσεις Κένεντι – Χρουστσόφ. Το νησί της Καραϊβικής παρέμεινε ο πιο ενοχλητικός πρέσβης του εχθρικού της Δύσης κόσμου. Αν σκεφθούμε ότι η μητρόπολη του «υπαρκτού» υπέστειλε σημαία πριν από 25 χρόνια, άργησαν –πολύ μάλιστα– όσα έγιναν τις τελευταίες ημέρες. Η επίσκεψη Μπαράκ Ομπάμα στην Κούβα, παρά τις τροχιοδεικτικές φραστικές βολές με τον Ραούλ Κάστρο, σήμανε μια δειλή τήξη πάγων. Η συνέχεια σφραγίσθηκε με «κλασικό» ροκ. Σιτεμένοι δραπέτες του χρόνου, οι Rolling Stones συνέγειραν στην Αβάνα 500.000 Κουβανούς, οι οποίοι συνυπέγραψαν ασμένως τη διακήρυξη «Μουσική χωρίς σύνορα». Η (δωρεάν) συναυλία προσέλαβε διαστάσεις πολιτιστικής αποκαλύψεως, σαν να βγήκαν από τα σεντούκια των Κουβανών ατραγούδιστες δυτικές παρτιτούρες. Πρέπει να ειπωθεί ότι συνθέτουν έναν από τους πιο πληθωρικούς λαούς στην απορρόφηση και τροφοδοσία της μουσικής έκφρασης. Και μην ξεχνάμε. Διανοούμενοι και καλλιτέχνες, διαρκούντος του Ψυχρού Πολέμου, είτε εκ πεποιθήσεως είτε ως ενεργούμενα, προπαγάνδιζαν τα καλά του δικού τους κόσμου, εξωράιζαν ή έκρυβαν στο επικοινωνιακό υπόγειο τα ελεεινά.

Στην πρώτη γραμμή αυτού του αναίμακτου πολέμου βρίσκονταν αθλητές και εθνικές ομάδες των αντίπαλων στρατοπέδων, διαφημιστές υπεροχής, κρατικής μέριμνας, σημαιοφόροι ανύψωσης του λαϊκού ηθικού. Διαχρονικά νανουριστικές παραμυθίες, υπεράνω ιδεολογιών. Ενδεικτικό-εμφατικό παράδειγμα: Στα χρόνια της άγριας παγκόσμιας διχοστασίας κάθε χώρα θα ήθελε να έχει δικό της τέκνο τον Κουβανό Τεόφιλο Στίβενσον, κορυφαίο ερασιτέχνη πυγμάχο όλων των εποχών. Τρία χρυσά ολυμπιακά μετάλλια στα βαρέα βάρη. Μόναχο 1972, Μόντρεαλ 1976, Μόσχα 1980. Το τέταρτο (Λος Αντζελες 1984) του ξέφυγε λόγω του ανταποδοτικού μποϊκοτάζ των Αγώνων από την ΕΣΣΔ και τους δορυφόρους της, στο πλαίσιο της άμιλλας του Ψυχρού Πολέμου. Πολλοί επαΐοντες λένε ότι ο μέγας Μοχάμεντ Αλι κοιμήθηκε ήσυχος όταν άκουσε το «όχι» του Στίβενσον στον πακτωλό (τότε) των 5 εκατ. δολαρίων να σταθεί στο ρινγκ απέναντί του. Οχι βέβαια από δειλία. Αποφάσισε να πεθάνει ερασιτέχνης, εκουσίως έγκλειστος. Ο κανόνας είναι άλλος, το βλέπουμε δεκαετίες τώρα. Οταν η (αθλητική) εθνική λάμψη των Ευρωπαίων δεν επαρκεί, αγοράζεται με ταχείες υιοθεσίες, κυρίως Αφρικανόπουλων. Το πράξαμε και εμείς από τη δεκαετία του 1990, με τις κατά κόρον «ελληνοποιήσεις» αθλητών, πολλοί εκ των οποίων είχαν ακούσει για το «Ελλάντα» από κάποια σχωρεμένη γιαγιά. Ανάμεσα στους δυστυχείς Σύρους, Αφγανούς, Πακιστανούς ίσως υπάρχουν διαμάντια του αθλητισμού, υποψήφια να μας προσφέρουν, αφού ντυθούν στα γαλανόλευκα, συγκινήσεις. Ο χρήσιμος, κατά συνθήκην, γίνεται και όμαιμος. Πού είναι το κράτος-επενδυτής να τους ανακαλύψει;