ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Δικαιοσύνη και οι παρεμβάσεις

Η συζήτηση στη Βουλή έγινε για να πληροφορηθούμε θέματα που αφορούν αναφερόμενες παρεμβάσεις της κυβέρνησης στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Ο μόνος που μίλησε κυριολεκτικώς επί της ύλης ήταν ο επικεφαλής του Ποταμιού. Το παραδέχθηκαν, σιωπηρώς και από την ανάποδη, οι ιστότοποι που συμβουλεύεται κι εμπιστεύεται ο πρωθυπουργός, οι οποίοι φρόντισαν να «θάψουν» όσα ενδιαφέροντα αποκάλυψε ο Σταύρος Θεοδωράκης.

Ο κ. Τσίπρας χρησιμοποίησε 30 φορές τη λέξη «παρέμβαση» ενώ ο κ. Μητσοτάκης μόνον δύο. Μία για να υπερασπιστεί το δικαίωμα των δικαστών να αρνούνται ακόμη και την επικοινωνία με μέλη της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή των κυβερνήσεων, ιδιαιτέρως μάλιστα με τον υπουργό Δικαιοσύνης. Και ακόμη μία, για να σημειώσει ότι η ψήφιση από τη νομοθετική εξουσία, δηλαδή τη Βουλή, ρυθμίσεων επί οικονομικών ή διοικητικών ζητημάτων δεν συνιστά παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης.

Είναι ανάγκη να ανατρέξουμε ξανά και ξανά στη διάκριση των εξουσιών. Κατά τη γνώμη μου δεν υπήρχε κανείς λόγος να ζητήσει ο πρωθυπουργός μια συζήτηση αρχηγών μετά τα όσα τρομακτικά κατήγγειλε η εισαγγελέας Τσατάνη. Είναι αλήθεια ότι, με επιστολή του προς τον πρόεδρο της Βουλής, ο νυν υφυπουργός Δικαιοσύνης, πρώην διοικητής της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και πρώην εισαγγελέας Πρωτοδικών Δ. Παπαγγελόπουλος, είχε παραδεχθεί και τη μομφή που απηύθυνε προς τη δικαστική λειτουργό αλλά και την προτροπή του ως προς τον χειρισμό της υποθέσεως Βγενόπουλου.

Καμία δουλειά δεν έχει η Βουλή να ανακατευθεί σε μια υποβόσκουσα σύγκρουση των δύο άλλων εξουσιών. Το μόνον που θα μπορούσε κανείς να περιμένει θα ήταν η δημόσια παρέμβαση της ανώτατης ιεραρχίας της Δικαιοσύνης. Αφενός προς υπεράσπιση της εισαγγελέως έναντι της αυθαίρετης παρέμβασης μέλους της εκτελεστικής εξουσίας. Αφετέρου προς έλεγχο της ιδίας εφόσον πράγματι αναζήτησε, ως μη όφειλε, βοήθεια και καθοδήγηση από τον πρώην συνάδελφό της.

Είναι δυστύχημα για τη δημοκρατία το γεγονός ότι σε καμία από τις 13 υποθέσεις, που ο κ. Τσίπρας παρουσίασε ως παρεμβάσεις της πρώην κυβέρνησης στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, δεν υπήρξε ούτε ένα πρόσθετο στοιχείο πέραν όσων ήσαν ήδη γνωστά. Είναι κρίμα για τη χώρα όταν ο πρωθυπουργός της περιορίζεται να συνυπογράφει επειδή αναμασά φύρδην μίγδην αναρτήσεις blogs αγνώστου πατρότητος, «δημοσιεύματα» κεκραγμένων για την κομματική ταυτότητά τους sites, εντύπων με πωλήσεις λίγων εκατοντάδων φύλλων, που δεν δικαιολογούν ούτε τα έξοδα μιας και μόνης έκδοσής τους, ή ανακοινώσεις σωματείων που επίσης έχουν διακριθεί για τον κομματισμό τους.

Πόσο δίκιο είχε η κυρία Γεννηματά όταν ρώτησε τον πρωθυπουργό γιατί δεν ανατρέπει όλες αυτές τις νομοθετικές παρεμβάσεις τώρα που έχουν, αυτός και ο συνεταίρος του, την κοινοβουλευτική πλειοψηφία!