ΑΠΟΨΕΙΣ

«Αναβάπτιση» μέσω κηδείας

Ο​​σοι σπεύδουν, επικαλούμενοι την κοινή λογική, να μεμφθούν τον πρωθυπουργό για την επιλογή του, εκείνος μόνος από τους ηγέτες της Δύσης, να δώσει το «παρών» στην κηδεία του Φιντέλ Κάστρο φοβούμαι ότι παραγνωρίζουν μια βασική παράμετρο της πολιτικής ταυτότητας του κ. Αλέξη Τσίπρα: τη διάθεσή του να ικανοποιεί το «κοινό αίσθημα».

Το έπραξε όχι μόνον προεκλογικά αλλά και στη συνέχεια, όσο βεβαίως του επέτρεπαν τα οικονομικά μέτρα που εφάρμοζε. Για παράδειγμα, στο ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών προέταξε τη βούλησή του να ελέγξει το τηλεοπτικό τοπίο και να ικανοποιήσει όσους ήθελαν να δουν «τους καναλάρχες κλεισμένους σε ένα καμαράκι» (σ.σ.: δική του φράση) και αγνόησε τους πολλούς αξιόλογους νομικούς που προειδοποιούσαν για την αντισυνταγματικότητα. Τη συνταγματική αναθεώρηση έσπευσε να την «κατεβάσει» σε επίπεδο λαϊκών συνελεύσεων και να αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο δημοψηφίσματος για τις αναθεωρούμενες προτάσεις, ειδικά όσες εκτιμούσε ότι θα συγκέντρωναν την ισχυρή στήριξη των πολιτών. Το επανέλαβε, πριν από λίγες ημέρες, μεταβαίνοντας στην Αβάνα της Κούβας, με δαπάνες όλων μας, προκειμένου να μιλήσει στη λαϊκή συγκέντρωση προς τιμήν του Φιντέλ Κάστρο. Τον κ. Τσίπρα δεν οδήγησε στην Αβάνα μόνον η ανάγκη ικανοποίησης ενός «παιδικού ονείρου» ή μια ιδεολογική εμμονή. Θα μπορούσε αυτό να ισχύει, εάν της ομιλίας του δεν ακολουθούσε ένα λυρικό non paper από το Μαξίμου, το οποίο περιέγραφε με πανηγυρικό τόνο τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον Ντανιέλ Ορτέγκα, υπενθυμίζοντας ότι ο ηγέτης της Νικαράγουας «γνωρίζει πολύ καλά τη χώρα μας, καθώς ήδη από τη δεκαετία του 1980 είχε στενές σχέσεις με τον Ανδρέα Παπανδρέου».

Στην πραγματικότητα, ο κ. Τσίπρας επεδίωξε να στείλει ένα μήνυμα στην πλειονότητα της ελληνικής κοινής γνώμης, που έχει γαλουχηθεί με αντιαμερικανισμό και αισθήματα συμπάθειας, αν όχι ταύτισης, για τον Κάστρο, νοσταλγώντας παράλληλα τη στρατηγική συνεργασία του πρώιμου ΠΑΣΟΚ με τους Σαντινίστας. Παράλληλα, επεδίωξε να εξουδετερώσει την εξ αριστερών κριτική που δέχεται όχι μόνον από το κόμμα του, αλλά και από πρώην «συντρόφους», όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης.

Αν θέλαμε να μιλάμε για προτεραιότητες, προκύπτει σαφώς ότι οι συνέπειες του πρωθυπουργικού ταξιδιού για τη χώρα μοιάζουν δευτερεύουσες μπροστά στην επικοινωνιακή αναβάπτιση του πρωθυπουργού στα νάματα της κουβανικής επανάστασης. Αλλωστε, ο κ. Τσίπρας έχει αποδείξει ότι κάλλιστα μπορεί να υποδέχεται τον Μπαράκ Ομπάμα και, λίγες ημέρες αργότερα, να εκφωνεί πύρινους επαναστατικούς λόγους από την Αβάνα. Ο φωτογραφικός φακός, μάλιστα, αποτύπωσε τον πρωθυπουργό να νιώθει πολύ πιο άνετα στη Πλατεία της Επανάστασης παρά στο πρωθυπουργικό γραφείο. Το ότι ο ελληνικός λαός τον επέλεξε για τον ρόλο του πρωθυπουργού δείχνει δυστυχώς ήσσονος σημασίας.