ΑΠΟΨΕΙΣ

«Πολυτελής» πολιτισμός

Σ​​ε μια δραματική συνεδρίαση που κράτησε πέντε ώρες το δημοτικό συμβούλιο του Ελσίνκι καταψήφισε το σχέδιο κατασκευής του Μουσείου Γκούγκενχαϊμ στη φινλανδική πρωτεύουσα, με 53 ψήφους (έναντι 32 υπέρ).

Μέχρι εδώ η «είδηση» είναι βέβαιο ότι αξιολογείται ως μηδενικού ενδιαφέροντος για την τρέχουσα ελληνική –και όχι μόνο– επικαιρότητα και πραγματικότητα.

Παρ’ όλα αυτά, ας προχωρήσουμε λίγο τον συλλογισμό: το κόστος ανερχόταν σε 80 εκατ. ευρώ, τα 66 εκ των οποίων είχαν καλυφθεί από ιδιώτες. Η πρόταση συνάντησε την αντίσταση πολλών Φινλανδών, που έκαναν λόγο για σπατάλη χρημάτων σε καιρούς λιτότητας. Το κόμμα των εθνικιστών Φινλανδών απέκλεισε οποιαδήποτε πιθανότητα κρατικής υποστήριξης του σχεδίου. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα διεθνή πρακτορεία, «δεν ήταν λίγοι αυτοί που εξέφραζαν την ανησυχία ότι το μουσείο θα αντανακλούσε μια αμιγώς ξένη πολιτιστική επιρροή και όχι τις πολιτιστικές “ευαισθησίες” των Φινλανδών» («Κ» 1/12). Ο διευθυντής του Μουσείου και του Ιδρύματος Γκούγκενχαϊμ (στην Ευρώπη μουσεία Γκούγκενχαϊμ υπάρχουν στο Μπιλμπάο και στη Βενετία) σε τηλεφωνική συνέντευξή του με τους New York Times εξέφρασε εκτός από την απογοήτευσή του και την εκτίμηση πως η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου εντάσσεται στο πλαίσιο αντίδρασης κατά της παγκοσμιοποίησης.

Ο εθνικισμός και ο λαϊκισμός έχουν πολλά ποδάρια. Και ασφαλώς, ο πολιτισμός δεν αποτελεί εξαίρεση. Δεν μπορεί, δηλαδή, ο ευρωσκεπτικισμός να κερδίζει έδαφος, η εσωστρέφεια και η αναδίπλωση που συμπορεύονται με την αναζωπύρωση των εθνικισμών να αποκτούν όλο και περισσότερα ερείσματα και, από την άλλη, ο πολιτισμός να παραμένει ανεπηρέαστος και ανενόχλητος. Ειδικά ο πολιτισμός που συνδέεται με μεγάλα κατασκευαστικά έργα –μουσεία, βιβλιοθήκες, όπερες, κ.λπ.– θα συρρικνωθεί μέχρις εξαφανίσεως. Oχι ότι ήταν ποτέ σε άνθηση, αλλά υπήρξαν περίοδοι –όπως στο Παρίσι επί Μιτεράν– που δόθηκε έμφαση στην ανέγερση κτιρίων που συνδέονται με τον πολιτισμό. Και η Αθήνα είναι τυχερή ως προς αυτό, με το Κέντρο Πολιτισμού του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», που αποκτήθηκε, μάλιστα, μεσούσης της κρίσης. Ομως, εν προκειμένω, πρόκειται για ιδιωτική πρωτοβουλία.

Στην εποχή που διανύουμε, εκτός από την εγγενή δυσπραγία, που δεν θεωρεί τον πολιτισμό πρωτεύουσας σημασίας, προστίθεται και η ρητορική τού «εναντίον». Εναντίον οτιδήποτε υπερεθνικού, το οποίο χαρακτηρίζεται αυτόχρημα παγκοσμιοποιημένο, που αρνείται την αυτοαναφορικότητα και λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς πολιτισμούς, ιδέες, τάσεις και τρόπους έκφρασης, που καλλιεργεί την αμφιβολία, αποστρέφεται τα στερεότυπα, αντιμετωπίζει την εθνική κουλτούρα ως μέρος μιας πολυπρισματικής πραγματικότητας.

Είναι πράγματι ενδιαφέρον το πώς η ενίσχυση των τεχνών και της στέγης τους συνδέεται μόνο με το «επιπλέον». Οταν καλλιτέχνες και δημιουργοί δηλώνουν συχνά σε συνεντεύξεις τους ότι «ο πολιτισμός είναι θέμα επιβίωσης», οι δηλώσεις τους εκλαμβάνονται –στην καλύτερη περίπτωση– ως «πολυτελείς», «αριστοκρατικές» αντιλήψεις.

Για πόσους η συρρίκνωση ή παρακμή του σημαίνει έναν κόσμο μονοδιάστατο, εκτροχιασμένο επικοινωνιακά, με φτωχά εργαλεία κατανόησης και ανάλυσης του κόσμου, της πολιτικής, της κοινωνίας, του εαυτού;

Η Φινλανδία, προφανώς, είναι μια προνομιούχα, ως προς τα αρχιτεκτονήματά της, χώρα. Η απόρριψη ενός μουσείου Γκούγκενχαϊμ δεν αποτελεί δα και σοβαρό «πλήγμα». Το σημαντικό είναι, όμως, τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν. Η αίσθηση ότι το παγκόσμιο εξοβελίζεται γιατί αντιμετωπίζεται ως αντίπαλο του εθνικού και όχι ως σύμμαχος και συνοδοιπόρος του.