ΑΠΟΨΕΙΣ

Plan B για τo χρέος και την οικονομία

Σ​​τον απόηχο του ιδιαίτερα επιτυχημένου φετινού συνεδρίου του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου «Η Ωρα της Ελληνικής Οικονομίας», με σημαντικούς προσκεκλημένους τους Pierre Moscovici και Benoit Qoeure, αλλά και των επαφών που είχαμε στην Ουάσιγκτον τον Οκτώβριο, παραθέτω την πρόταση ενός Plan B για τη ρύθμιση του χρέους και την ανάταξη της οικονομίας, με την επιθυμία συμβολής στην αποτροπή μακροχρόνιων και αδιέξοδων διαπραγματεύσεων που θα μας επιστρέψουν στην ύφεση.

Οι εξελίξεις στα δημοσιονομικά δημιουργούν θετικές προσδοκίες που αποτυπώνονται και στον προϋπολογισμό του 2017 με την πρόβλεψη ικανού πρωτογενούς πλεονάσματος και ανάπτυξης, που στηρίζονται στην αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων. Απαραίτητη προϋπόθεση για αυτά είναι η ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, που προτίθεται όμως να κάνει δική της ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους με βάση τα μέτρα ελάφρυνσης που θα αποφασίσει η Ευρωζώνη. Είναι προφανές ότι αν τυχόν το ΔΝΤ καταλήξει στο ότι τα μέτρα δεν επαρκούν και αποχωρήσει από το πρόγραμμα χαρακτηρίζοντας το χρέος μη βιώσιμο, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να πάρει η ΕΚΤ θετική απόφαση.

Επειδή η ένταξή μας στο QE σημαίνει έμπρακτη αναγνώριση προόδου και εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία, επειδή αποτελεί βασική προϋπόθεση για επιστροφή στις αγορές και επειδή χωρίς τη ρευστότητα από τη συμμετοχή μας στο QE τα σενάρια ανάκαμψης της οικονομίας απομακρύνονται, η άμεση και τολμηρή ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η συμμετοχή του ΔΝΤ κρίνονται απολύτως απαραίτητες, υπερβαίνοντας αδιέξοδες επιμονές μας και καθιστώντας τις παράπλευρες απώλειες από τη συμμετοχή του Ταμείου δευτερεύουσες.

Η συμφωνία θα επιτρέπει σε όλα τα μέρη, περιλαμβανομένου και του ΔΝΤ, να χαρακτηρίσουν το χρέος βιώσιμο ή εξυπηρετήσιμο βραχυπρόθεσμα και θα περιλαμβάνει πρόβλεψη για μακρόπνοη τακτοποίηση του χρέους μέχρι τη λήξη του προγράμματος.

Ακολούθως, με τη σύμπλευση του Ταμείου, την ένταξη στο QE και την αναμενόμενη πιστή εκτέλεση του προϋπολογισμού, η ελληνική κυβέρνηση έχει το περιθώριο να διαπραγματευθεί με όλα τα μέρη μια συμφωνία για μεσοπρόθεσμα πλεονάσματα της τάξης του 1,5%-2% (αφού και ρεαλιστικά δεν είναι εφικτός ο στόχος για συνεχή πλεονάσματα 3,5% σε βάθος χρόνου) και μακρόπνοη αναδιάρθρωση του χρέους, φέρνοντας σε αντάλλαγμα πιο μπροστά το ούτως ή άλλως απαραίτητο για την ανάπτυξη μεταρρυθμιστικό έργο.

* Ο κ. Σίμος Αναστασόπουλος είναι πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.