ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν τα μονοπάτια διακλαδώνονται

Π​​οιος θυμάται ότι το 2016 τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης είχαν το Σαν Σεμπαστιάν στην Ισπανία και το Βρότσλαβ στην Πολωνία; Μάλλον ελάχιστοι, μετρημένοι στα δάκτυλα. Πώς θα είναι η Ευρώπη το 2021, όταν η Ελευσίνα, μαζί με την Τιμισοάρα (Ρουμανία) και το Νόβι Σαντ (Σερβία), θα μοιράζεται το χρίσμα και τη γιορτή; Ουδείς θα απαντούσε χωρίς να διακινδύνευε να φανεί ανόητος, αλαζόνας ή καιροσκόπος. Η καταστροφολογία και τα ευχολόγια πορεύονται μαζί, με την πρώτη να κερδίζει συχνά περισσότερους πόντους, σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη είναι αλλιώς από εβδομάδα σε εβδομάδα. Από αύριο, δύο ακόμη χώρες, η Ιταλία και η Αυστρία, θα πρέπει να ανασυγκροτηθούν με άξονα τα αποτελέσματα ενός δημοψηφίσματος, για την πρώτη, και μιας εκλογικής αναμέτρησης, για τη δεύτερη. Οι ιδεολογικές μετατοπίσεις και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις ανέτρεψαν ισορροπίες και θόλωσαν τις προοπτικές.

Πώς ήταν η Ευρώπη το 1985, όταν, με πρωτοβουλία της τότε υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη, γεννήθηκε ο θεσμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, με πρώτη πόλη την Αθήνα να προσελκύει τα φώτα της δημοσιότητας; Μεσολάβησαν 31 χρόνια, πολλές πόλεις (από το 1999 πάνω από μία), ο θεσμός διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας ενίοτε και πόλεις που δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση (όπως την Κωνσταντινούπολη, το 2010), αρκεί η απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Ε. να είναι ομόφωνη. Σε αυτήν τη διαδρομή άλλαξαν κριτήρια επιλογής, η διαδικασία για τη λήψη της απόφασης, άλλαξαν οι οικονομικές συνθήκες, οι αισθητικές κατευθύνσεις, οι διαθέσεις, οι επιθυμίες, άλλαξε, εν ολίγοις, ο κόσμος όλος.

Δεν θα υπεισέλθουμε σε επιμέρους θέματα που αφορούν τον θεσμό, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μας. Στρεφόμαστε γύρω από ένα ερώτημα το οποίο είναι ταυτόχρονα και η απορία μας: σε ποια Ευρώπη, πλέον, χρίζονται οι Πολιτιστικές Πρωτεύουσες και τι εκπροσωπούν; Είναι βέβαιο ότι πολλοί θα υπεραμυνθούν της αναγκαιότητάς τους –«ειδικά τώρα που είναι έτσι οι συνθήκες, ο θεσμός είναι πιο απαραίτητος παρά ποτέ», θα πουν– και άλλοι θα αδιαφορήσουν ή θα το θεωρήσουν ήσσονος σημασίας ζήτημα. Είναι όμως; Εξαρτάται πώς αντιλαμβάνεται κανείς το χρίσμα και σε τι αποσκοπούν οι πόλεις που διαγκωνίζονται, για να ανακηρυχθούν Πολιτιστικές Πρωτεύουσες. Η τελική επιλογή είναι έργο  ανεξάρτητης επιτροπής εμπειρογνωμόνων (στη φετινή 12μελή επιτροπή, που προέκρινε ομόφωνα την Ελευσίνα, συμμετείχαν και δύο Ελληνες, ο αρχιτέκτονας Απόστολος Καλφόπουλος και ο Γιάννης Τροχόπουλος, πρώην διευθύνων σύμβουλος του Κέντρου Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος).

Η Ελευσίνα ανέπτυξε το καλλιτεχνικό της πρόγραμμα μέσα από τη φράση «Μετάβαση στην EUphoria». «Αναφέρεται στην κρίση που βιώνει σήμερα τόσο η Ελλάδα όσο και ολόκληρη η Ευρώπη και στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της έννοιας του “ευ” στον κοινωνικό τομέα, στον οικονομικό τομέα, ο οποίος συνδέεται στενά με το ζήτημα της εργασίας τόσο ως βιοπορισμού όσο και ως μέσου ολοκλήρωσης και αναγνώρισης του ατόμου και, τέλος, στον τομέα του περιβάλλοντος, που σχετίζεται με την ανάγκη εξισορρόπησης ανάμεσα στην ανάπτυξη και την προστασία των φυσικών πόρων», σημειώνει η καλλιτεχνική διευθύντρια Κέλλυ Διαπούλη, σε μια πυκνή εισαγωγή. Αναδεικνύεται ο βιομηχανικός χαρακτήρας της πόλης, οι δυνατότητες μετασχηματισμού του, οι γειτονιές, οι πολιτιστικές δράσεις, η συμμετοχή των κατοίκων, εθελοντών, καλλιτεχνών, η επιθυμία να έρθουν στην επιφάνεια τα «πολλαπλά αφηγήματα» της Ελευσίνας. Μια πολυπληθής ομάδα νέων ανθρώπων από την Ελευσίνα, την Ελλάδα και το εξωτερικό, με τη στήριξη του δημάρχου (Γ. Τσουκαλά), μπόρεσε, καθώς φαίνεται, να συγκεράσει την αρχαία διαδρομή της πόλης με τη σημερινή φυσιογνωμία της και τη δυναμική μιας μελλοντικής μεταμόρφωσης.

Λέξεις όπως όραμα, πολιτιστική στρατηγική, management, ικανότητα υλοποίησης, κοινωνία των πολιτών συνθέτουν το λεξιλόγιο μιας πρότασης που ακουμπάει σε πολλές, διαφορετικές, ανάγκες: περιβαλλοντικές, πολεοδομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές. Οι εποχές που η Πολιτιστική Πρωτεύουσα προσδιοριζόταν ως «ένα πολυθεματικό  φεστιβάλ ετήσιας διάρκειας» έχουν παρέλθει. 

Υπάρχουν πόλεις όπως η Γλασκώβη ή το Λίβερπουλ, οι οποίες μέσα από τον θεσμό κινητοποίησαν τοπικές δυνάμεις, ταλέντα, έκαναν ένα βήμα προς την αλλαγή και τη συνεργασία. Αλλες που εξάντλησαν χρήματα και προθέσεις σε αδιευκρίνιστες διαδρομές (η Θεσσαλονίκη του 1997 αποτελεί τέτοιο παράδειγμα) και άλλες που αποτελούν ήδη το πρότυπο μιας ευρωπαϊκής πόλης του 21ου αιώνα, όπως το Ααρχους στη Δανία, Πολιτιστική Πρωτεύουσα του 2017 (μαζί με την Πάφο). Το Ααρχους με εξαιρετική πανεπιστημιακή δομή, καινούργια βιβλιοθήκη πολλαπλών χρήσεων, είναι, σε μικροκλίμακα, η απεικόνιση μιας νέας Ευρώπης, που, χωρίς να απεμπολεί την ιστορία της και την κληρονομιά της, εξελίσσεται οικοδομώντας στις αξίες του παρελθόντος ένα στέρεο μέλλον.

Είναι, όμως, έτσι; Ή το Ααρχους αποτελεί μια μοναχική εξαίρεση; Ο αναβρασμός στην Ευρώπη του 2017 θα κρίνει, σε ένα βαθμό, και τις εξελίξεις. Οι εκλογικές διαδικασίες σε Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία μπορεί να αποβούν καθοριστικές για το ευρωπαϊκό μέλλον. Από αυτήν τη σκοπιά, η μικρή δανική πόλη αποκτάει συμβολική σημασία για την Ευρώπη που επιθυμούμε, αντιλαμβανόμαστε, έχουμε ή, ενδεχομένως, είχαμε. Δεν περιφερόμαστε τυχαία, όπως σημειώνει ο Βρετανός ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον. «Βαδίζουμε σε μονοπάτια, και όσα έχουμε ήδη συναντήσει στον δρόμο μας προσδιορίζουν την κατεύθυνση που θα διαλέξουμε όταν τα μονοπάτια διακλαδώνονται – πράγμα που συμβαίνει διαρκώς».