ΑΠΟΨΕΙΣ

Τρία «Οχι» στη δημοκρατία

Τρία στα τρία, λοιπόν. Τρία δημοψηφίσματα στον ευρωπαϊκό χώρο μέσα σε ένα διάστημα ενάμιση χρόνου, όπου και στα τρία ηττήθηκε το ευρωπαϊκό όραμα. Προηγήθηκε το δικό μας, ακολούθησε το Brexit (ίσως το πιο εκκωφαντικό και πιο απρόσμενο απ’ όλα) για να έρθει το ιταλικό, προχθές.

Τεχνικά μιλώντας, στα δύο από τα τρία υπερίσχυσε το «Οχι» και μόνο στο ένα, το βρετανικό, κέρδισε το «Ναι». Στο βάθος όμως, και τα τρία συνιστούν μια ολοστρόγγυλη άρνηση, ένα τεράστιο και μεγαλοπρεπές «Οχι». Διότι ψηφίζοντας «ναι» στην έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ουσιαστικά οι Βρετανοί είπαν όχι στην Ευρώπη, στην ευρωπαϊκή ενότητα, στην ευρωπαϊκή ιδέα.

Δύο στα τρία δημοψηφίσματα επέφεραν δύο πρωθυπουργικές παραιτήσεις (Βρετανία, Ιταλία). Και στην ελληνική περίπτωση όμως είχαμε ανατροπές: ο Ελληνας πρωθυπουργός μετέτρεψε ένα δυναμικό «Οχι» σε σιωπηρό αλλά σαφές «Ναι», είχαμε ακόμα απομάκρυνση/παραίτηση του Γιάνη Βαρουφάκη και τις απαρχές του διχασμού εντός του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς επίσης αφετηρία της μνημονιακής του πορείας. Αυτό που έλεγαν πολλοί επίδοξοι (συναισθηματικοί λόγω οικογενειακού παρελθόντος στην Αριστερά) ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ προ του Ιανουαρίου του 2015, ότι «Δεν-θα-κάνει-αυτά-τα-ακραία-που-λέει» έγινε πραγματικότητα ύστερα όμως από ένα καταστροφικό πρώτο εξάμηνο υποτιθέμενων «διαπραγματεύσεων», το πυροτέχνημα του δημοψηφίσματος και μια κωλοτούμπα διαρκείας. Οι δε φήμες ότι ακόμα και ο ίδιος ο κ. Τσίπρας προτιμούσε να νικήσει το «Ναι» περιπλέκει ακόμα περισσότερο το όλο χρονικό ενός άκαιρου, ή μάλλον καιροσκοπικού, δημοψηφίσματος το οποίο διεξήχθη με παράλογα συνοπτικές διαδικασίες και βάση ενός ακατανόητου ερωτήματος (σε αντίθεση με το πολύ απλό ερώτημα στο βρετανικό και στο ιταλικό).

Το κυριότερο αυτή τη στιγμή αίσθημα είναι, για κάποιους από εμάς εδώ στην Ελλάδα, αυτό της νοσταλγίας. Νοσταλγία για το καλοκαίρι του 2015. Δεν αστειεύομαι. Εκείνο το καλοκαίρι, που φαντάζει ακόμα εφιαλτικό στη μνήμη μας, αρχίζει να αποκτά μια πατίνα νοσταλγίας διότι τότε είχαμε την ψευδαίσθηση ότι μόνον εμείς έχουμε το πρόβλημα και ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη, έστω και με κλυδωνισμούς, επικρατεί ένας σχετικός κοινός νους, μια κάποια ισορροπία. Αρα υπάρχει σωτηρία.

Σήμερα επικρατεί μια αίσθηση ότι σωτηρία δεν υπάρχει πουθενά – γεωγραφικά έστω. Βλέπετε, τότε, όσοι στηρίξαμε το «Ναι», φοβόμασταν πως με την επικράτηση του «Οχι», η Ελλάδα θα αποκοπεί από την Ζώνη του Ευρώ και, κατά προέκταση, από την Ευρωπαϊκή Ενωση, και θα απομονωθεί. Πού να φανταζόμασταν ότι οι συντηρητικοί στην ψυχή (αν και ευρωσκεπτικιστές στα γονίδιά τους) Βρετανοί θα ψήφιζαν υπέρ μιας τέτοιας αποκοπής.

Σήμερα, επίσης, μετά και την επικράτηση του Ντόναλντ Τραμπ στην πέρα πλευρά του Ατλαντικού, μετά το προσφυγικό και την ισλαμική τρομοκρατία, τις γεμάτες αναταράξεις σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία του Πούτιν ή ακόμα και τα αλυσιδωτά (άτυπα, αν προτιμάτε – εκτός του αρχικού βέβαια) πραξικοπήματα στη γείτονα Τουρκία, η αίσθηση είναι πως το πρόβλημα δεν το έχει μόνον η Ελλάδα αλλά περίπου ολόκληρος ο πλανήτης. Και σίγουρα η Ευρώπη, ειδικά μετά τις εξελίξεις στην Ιταλία.

Ποιο είναι το πρόβλημα; Η γενικευμένη δυσφορία απέναντι στην ίδια τη δημοκρατία. Εάν οι «απρόσωπες αγορές» απείλησαν τις δημοκρατικές διαδικασίες, τώρα φαίνεται πως έρχονται οι ίδιοι οι λαοί για να τις αποτελειώσουν. Η μετάβαση προβλέπεται μακρά και ο καθένας από εμάς ελπίζει απλώς στο λιγότερο κακό σενάριο, υπολογίζοντας από μέρα σε μέρα. Πέραν αυτού του στενού ορίζοντα, το μέλλον της Ευρώπης, της Δύσης, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της ειρήνης εν τέλει, είναι άδηλο. Τρία «όχι» στη δημοκρατία δεν είναι μικρό πράγμα…