ΑΠΟΨΕΙΣ

Αδιέξοδος συμβιβασμός

Υπάρχει ένα όριο στο πόσο νερό είναι διατεθειμένος κανείς να βάλει στο κρασί του, ιδιαίτερα αν αντί για κρασί μιλάμε για την αξιοπιστία ενός διεθνούς οργανισμού – και μαζί την τύχη μιας ολόκληρης χώρας. Στην περίπτωση του ΔΝΤ, αυτό το όριο έχει ξεπεραστεί εδώ και καιρό. Αν θέλει να υπηρετήσει την Ελλάδα, ένα από τα ιδρυτικά του μέλη που εδώ και μία εξαετία δεν μπορεί να εξέλθει από την κρίση παρά τα δύο προγράμματα στήριξης του διεθνούς οργανισμού, το ΔΝΤ δεν θα πρέπει να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα με τις συνθήκες που διαμορφώνονται μετά το Eurogroup της Δευτέρας.

Το πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη δεν δείχνει να ευνοεί έναν μεγάλο συμβιβασμό, με βάση τον οποίο Ευρωπαίοι και Ελληνες θα αποδέχονταν γενναία μέτρα μείωσης του χρέους και γενναίες μεταρρυθμίσεις. Κυριαρχεί η αντίδραση κάποιων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων σε οτιδήποτε θα θεωρούνταν από τους ψηφοφόρους τους σημαντική μείωση του χρέους. Και στο εσωτερικό, η κυβέρνηση έχει διαμηνύσει σε όλους τους τόνους ότι δεν έχει περιθώριο να λάβει άλλα μέτρα.

Η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει αξιοποιήσει καλύτερα την επιμονή του ΔΝΤ στην ελάφρυνση του χρέους για να επιτύχει χαλάρωση και της λιτότητας. Ο διεθνής οργανισμός εκτιμά ότι το 3,5% του ΑΕΠ που θέτει στόχο το ευρωπαϊκό πρόγραμμα για το πρωτογενές πλεόνασμα μεσοπρόθεσμα δεν είναι ρεαλιστικό και εξακολουθεί να ζητεί τη μείωσή του στο 1,5% του ΑΕΠ. Οσο χαμηλότερος ο στόχος για το πρωτογενές πλεόνασμα, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η ελάφρυνση του χρέους ώστε αυτό να γίνει βιώσιμο. Ωστόσο η κυβέρνηση επέλεξε να επιτίθεται επί μήνες στο ΔΝΤ παρά το γεγονός ότι μία τέτοια εξέλιξη θα απελευθέρωνε επίσης δημοσιονομικό χώρο για την τόνωση της ανάπτυξης. Κατόπιν προτροπής της κυβέρνησης Ομπάμα, τον τελευταίο χρόνο είχε χαμηλώσει τους τόνους. Τη Δευτέρα όμως συμφώνησε να δεχθεί τον στόχο του 3,5% για έναν αριθμό ετών που μένει να διευκρινισθεί, με τη Γερμανία να επιμένει σε δέκα χρόνια. Και τώρα κατηγορεί το ΔΝΤ ότι «δεν υπερασπίσθηκε την Ελλάδα έναντι των μεγάλων χωρών της Ευρωζώνης», με το επιχείρημα ότι εκείνο υποχώρησε στη μάχη για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Η αλήθεια είναι ότι υποχώρησαν και οι δύο.

Ακόμη χειρότερα για την ελληνική οικονομία, ωστόσο, η κυβέρνηση πρότεινε την επέκταση του δημοσιονομικού «κόφτη» για να επιτευχθούν τα υψηλότερα πλεονάσματα αντί των περαιτέρω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ζητεί το ΔΝΤ. Καθώς είναι σαφές ότι ο διεθνής οργανισμός δεν θα κάνει πίσω στην ανάγκη μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού και της φορολογίας εισοδήματος, τελικά η απόφαση του Eurogroup αναφέρει και τα δύο: έναν μηχανισμό μείωσης των δαπανών και τις μεταρρυθμίσεις. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να συμφωνηθούν για να ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση, και μόνον τότε θα αποφασίσουν οι Ευρωπαίοι για πόσο διάστημα θα κρατήσουν το πλεόνασμα του 3,5% και σε ποια ακόμη μέτρα μείωσης του χρέους θα δεσμευθούν οι ίδιοι, ώστε να πείσουν το ΔΝΤ να συμμετάσχει στο πρόγραμμα. Οπως και το 2012, το ΔΝΤ ζητεί να δει πώς θα επιτευχθούν δημοσιονομικοί στόχοι τους οποίους δεν επιθυμεί, διότι θεωρεί ότι θα πλήξουν την ανάπτυξη και την αξιοπιστία του προγράμματος. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση υποχώρησε και τους αποδέχθηκε, καλείται να δείξει μεταρρυθμιστική τόλμη. Αλλά αντί γι’ αυτό, προτιμά «τυφλή» δημοσιονομική πειθαρχία μέσω του «κόφτη». Αν το ΔΝΤ είναι ειλικρινές όταν λέει ότι δεν ζητεί άλλη δημοσιονομική προσαρμογή, ότι δεν θεωρεί ότι η Ελλάδα την χρειάζεται, και ότι αντίθετα αυτό που χρειάζεται σε κάθε περίπτωση είναι συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, τότε δεν πρέπει να αποδεχθεί αυτόν τον «συμβιβασμό». Ακόμη και αν ικανοποιηθεί από τα μέτρα μείωσης του χρέους που θα προτείνουν οι Ευρωπαίοι, θα λείπει το άλλο βασικό χαρακτηριστικό που χρειάζεται για να «βγει» το ελληνικό πρόγραμμα: η επιστροφή της αναπτυξιακής προοπτικής, άρα και της εμπιστοσύνης.