ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντιεξουσιαστές με το γάντι

Στην αρχή, σκέφτηκα πως πρόκειται για χιούμορ: «Αγαπητοί γείτονες και επισκέπτες, αν η μικρή ιδιωτική φυλακή που λέγεται ΙΧ είναι αναγκαία για την επιβίωσή σας μέσα στη μητροπολιτική φυλακή του κεφαλαίου, σας υπενθυμίζουμε τη δυνατότητα να την απομακρύνετε τη συγκεκριμένα ημέρα που η γειτονιά μας γίνεται στόχος στρατιωτικών επιθέσεων του κράτους». Ηταν ένα φυλλάδιο – (προ)ειδοποίηση που βρήκαν κάτοικοι του κέντρου της Αθήνας στα παρμπρίζ των αυτοκινήτων τους, με την υπογραφή αναρχικών ομάδων. Ενημέρωναν πως λόγω της επετείου από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, καλό θα ήταν να μετακινήσουν τα αυτοκίνητά τους από την περιοχή για να μην υποστούν τις συνέπειες των επεισοδίων που θα ακολουθούσαν. Και ακολούθησαν. Η ομάδα, που υπέγραφε, επέδειξε, από αυτήν την άποψη, και «καλούς τρόπους» και συνέπεια. Προειδοποίησε, με ένα καλογραμμένο κείμενο –το οποίο περιελάμβανε και την προσφώνηση «αγαπητοί γείτονες»– για το τελετουργικό της ημέρας. Αν δεν υπήρχαν και εκφράσεις όπως «μητροπολιτική φυλακή του κεφαλαίου» ή η καταληκτική φράση «η συμμετοχή και η υλική προσφορά του καθενός στην αντίσταση είναι η μοναδική κοινωνική διέξοδος», θα μπορούσε να ήταν και οι αρμόδιες αρχές που είχαν αναλάβει την ενημέρωση.

Είναι δυνατόν η «επαναστατική γυμναστική» των επετείων να αποκτά αστικούς τρόπους, πρόγραμμα, ωράριο και, σχετικό, «δελτίο Τύπου» ώστε να προαναγγέλλει τα επικείμενα; Αν δεν πρόκειται για μια μορφή προχωρημένου σαρκασμού, τα πράγματα είναι πολύ πιο επικίνδυνα από τις άμεσες συνέπειες που έχουν, τις ζημιές και καταστροφές που προκαλούνται σε ιδιωτικές περιουσίες και στον δημόσιο χώρο.

Η εθιμοτυπία αυτής της άσκησης βίας, από αναρχικούς, αντιεξουσιαστές, «αλληλέγγυους», «συλλογικότητες» κ.ο.κ –όπως κατά καιρούς αυτοαποκαλούνται– αποκτά κανονικότητα. Ενα δικό της «επιτελείο», με συνεργαζόμενους ενίοτε και από το εξωτερικό, το οποίο ανανεώνεται. Μέσα στην τελευταία οκταετία οι νέοι του 2008 έχουν, πλέον, μεγαλώσει. Κάποιοι αποσύρονται από τον «αγώνα», παραδίδοντας τη σκυτάλη σε άλλες γενιές και πάει λέγοντας. Αυτή η σκυταλοδρομία του μπάχαλου έχει σταθερές ημερομηνίες, ώρες και περιοχές που κάνει την εμφάνισή της μέσα στον χρόνο. Η αστυνομία παρακολουθεί «διακριτικά», η κυβέρνηση όσο ήταν αντιπολίτευση έδειχνε μεγάλη κατανόηση, η παραβατικότητα γίνεται όλο και πιο «νόμιμη». Διαθέτει στέγη (Πολυτεχνείο), εξοπλισμό, την απαραίτητη στήριξη για να επιβιώσει, ποικιλία μέσων (χθες, για παράδειγμα, υπήρχαν βεγγαλικά και λέιζερ από τις γύρω ταράτσες) και φροντίζει το επικοινωνιακό προφίλ της (με φυλλάδια στα παρμπρίζ). Η εκάστοτε παράσταση έχει, φυσικά, άφθονο και σταθερό κοινό, που απλώς εύχεται «να μην πάρουν έκταση τα επεισόδια». Οι φλεγόμενοι δρόμοι καταλαγιάζουν την επόμενη μέρα, «παραδίδονται και πάλι στην κυκλοφορία» και ο χρόνος περνάει… Μόνο που ο χρόνος, σε αυτήν την περίπτωση, είναι σύμμαχος της παραβατικότητας. Την καθιστά απολύτως «βιώσιμη», την προικίζει με όλο και μεγαλύτερο θράσος, συγκρουσιακό και εξουσιαστικό πυρετό. Γιατί, τι άλλο είναι η διευθέτηση της καθημερινότητας των κατοίκων, από μια άλλη μορφή εξουσίας, κατά το δοκούν; Οδηγίες για το πού πρέπει ή δεν πρέπει να παρκάρουν, για το ποιους δρόμους θα ακολουθήσουν για να πάνε στις δουλειές τους, ποιες στάσεις λεωφορείων μπορούν ή δεν μπορούν να χρησιμοποιούν.

Εχει δημιουργηθεί ένα παράλληλο κέντρο εξουσίας –με την ανοχή της πολιτείας– το οποίο, επιπλέον, καθόλου δεν αποθαρρύνει τους επιρρεπείς. Αντιθέτως· ενθαρρύνει όσους, Ελληνες και ξένους, επιθυμούν να φοιτήσουν ένα διάστημα σε επαναστατικό σεμινάριο, με δυνατότητες εκτόνωσης εναντίον –υποτίθεται– της κάθε μορφής εξουσίας. Αν, μάλιστα, προσθέσουν και λίγη κοσμιότητα στη συμπεριφορά τους, θα είναι όλα μια χαρά. Οι κάτοικοι των Εξαρχείων θα είναι ανακουφισμένοι γιατί τουλάχιστον, αυτήν τη φορά, δεν κάηκε το αυτοκίνητό τους. Και αυτή η ήττα είναι πιο σοβαρή από τις υλικές ζημιές.