ΑΠΟΨΕΙΣ

Με βαθμό κάτω από τη βάση. Ε, και;

Προχθές ανάρτησα στο Twitter το θέμα της «Κ» «Κάτω από τη βάση οι Ελληνες μαθητές στον PISA» του Απόστολου Λακασά. Ενα εκτεταμένο ρεπορτάζ για τις απογοητευτικές επιδόσεις της χώρας μας στον διεθνή αυτόν διαγωνισμό. Κάποιος χρήστης σχολίασε: «Ε, και;».

Γι’ αυτό το «ε, και;» αποφάσισα να επανέλθω σε ένα ζήτημα το οποίο έχει αρκετά σχολιαστεί και δικαίως, γιατί πρόκειται για τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας.

Κατ’ αρχάς, μια σύντομη εισαγωγή με τα λόγια της καθηγήτριας και εθνικής διαχειρίστριας του PISA (Programme for International Student Assessment) στην Ελλάδα Χρύσας Σοφιανοπούλου: «Το πρόγραμμα PISA είναι η μεγαλύτερη διεθνής εκπαιδευτική έρευνα, και κυρίως είναι η έρευνα που παρέχει τον μεγαλύτερο όγκο δεδομένων που έχουν συλλεχθεί με έγκυρο και αξιόπιστο τρόπο, για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα». Σε 72 χώρες, τόσες μετέχουν, μετριέται «η ικανότητα των 15χρονων μαθητών να εφαρμόζουν γνώσεις και κυρίως δεξιότητες στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου, ώστε να είναι σε θέση να συμμετέχουν ενεργά στη σύγχρονη κοινωνία», σύμφωνα με τους ειδικούς του ΟΟΣΑ.

Η απάντηση για τους Ελληνες μαθητές είναι απογοητευτική· όχι μόνο γι’ αυτήν τη χρονιά (2015), αλλά από το 2000, οπότε διοργανώθηκε ο πρώτος διαγωνισμός –γίνεται ανά τριετία–, οι επιδόσεις της χώρας μας και στα τρία πεδία δεξιοτήτων είναι «ή πτωτικές ή βαλτωμένες και σταθερά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ».

Η Σιγκαπούρη συνήθως πρωτεύει, η Εσθονία παρουσιάζει εντυπωσιακά αποτελέσματα και διαγράφει ανοδική πορεία (έρχεται τρίτη ανάμεσα στις πέντε πρώτες χώρες). Οσο για το επιχείρημα της κρίσης καταρρέει, αν σκεφτεί κανείς ότι οι κακές ειδήσεις επαναλαμβάνονται από το 2000 – τόσο που μόνον «είδηση» δεν αποτελούν πια. Επιπλέον, η Πορτογαλία εκτοξεύθηκε στα χρόνια της κρίσης.

Αρα τι απομένει; Το «ε, και», το οποίο δεν είναι άποψη ενός μόνο χρήστη αλλά ενός, όχι αμελητέου, τμήματος της κοινωνίας που απαξιώνει παρόμοιες μετρήσεις, μαζί με την ΟΛΜΕ, της οποίας η θέση ήταν εξαρχής αρνητική στον διαγωνισμό.

Θα πείτε: η PISA χρειάζεται για να αντιληφθούμε την υποβαθμισμένη ελληνική παιδεία, κυρίως ως προς το σκέλος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης; Η απαξίωση κάθε συστήματος αξιολόγησης, που είναι και ο μόνος τρόπος βελτίωσης, αναπροσαρμογής της διδασκαλίας και καλύτερης ανταπόκρισης στις ανάγκες που ανακύπτουν, δεν μπορεί παρά να έχει μακροχρόνιες συνέπειες.

Το πρόγραμμα PISA, όμως, αναδεικνύει ένα από τα κρισιμότερα και δομικά στοιχεία της ελληνικής εκπαίδευσης: την παπαγαλία, η οποία και καθορίζει το εξεταστικό σύστημα. Μαθητές, καλοκουρδισμένα όργανα αποστήθισης, διευκολύνουν τη δουλειά των καθηγητών-εξεταστών, καθώς έτσι προκύπτει μια «αντικειμενική μεζούρα» για τη διδακτέα ύλη. Δεν έχει σημασία αν οι μαθητές δεν κατανοούν ούτε το ερώτημα ούτε την απάντηση που δίνουν. Η μηχανική αναπαραγωγή εξασφαλίζει την αντικειμενική διόρθωση! Ενα εκπαιδευτικό σύστημα, δηλαδή, που δεν απαντάει στο ερώτημα: «Τι είναι σημαντικό να γνωρίζουν και τι είναι σε θέση να κάνουν οι μαθητές που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση;». Αλλά ένα εκπαιδευτικό σύστημα προσαρμοσμένο στη διεκπεραίωση μιας διαδικασίας, η οποία έχει ως κύριο μέλημα την απονομή διπλωμάτων και πτυχίων.

Στην Κατανόηση Κειμένου η Ελλάδα κατετάγη 41η με 467 βαθμούς, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 493 βαθμοί. Οι εξετάσεις στην ελληνική εκπαίδευση δεν επιβραβεύουν τους αξιότερους αλλά τους πιο επιδέξιους «παπαγάλους». Ετσι πορευόμαστε ως χώρα μέσα σε ορυμαγδό κοινωνικών και οικονομικών προκλήσεων και αλλαγών.

«Ε, και;»