ΑΠΟΨΕΙΣ

Το κατεστημένο της φωτιάς

Η 6η Δεκεμβρίου, 8η επέτειος της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου με τον καθιερωμένο ορυμαγδό των επεισοδίων, την καταιγίδα από μολότοφ, τον πετροπόλεμο, τα οδοφράγματα, τα καμένα αυτοκίνητα, όπως και τα «μεθεόρτια» στις 7-8/12 πέρασαν, όμως όχι για πολύ. Το ίδιο «έργο» θα ξαναπαικτεί ίσως πολύ σύντομα. Δεκάδες οι διαδηλώσεις κάθε Δεκέμβριο, από το 2010, οπότε ψηφίστηκε το πρώτο μνημόνιο, στο κέντρο της Αθήνας (86 το 2010, 138 το 2011, 113 το 2012, 146 το 2013, 137 το 2014, 122 το 2015), πέντε δέκα από τις οποίες μεγάλες, συχνά με «ουρά» τις ταραχές. Τα κομμάτια και θρύψαλα καταστημάτων και κοινών υποδομών, το λαμπάδιασμα των ίδιων ξανά και ξανά δρόμων αποτελεί, από τότε που η βία μπερδεύτηκε με την αμφισβήτηση και έγινε παράδοση, στοιχείο της ταυτότητας του κέντρου της Αθήνας, αλλά και άλλων πόλεων-κακέκτυπων της πρωτεύουσας, όπου κάθε μάστιγα μεταφέρεται αυτούσια. Είναι ένα καλά οργανωμένο χάπενινγκ με προειδοποιητικές ανακοινώσεις (προς τους κατόχους Ι.Χ. να τα απομακρύνουν από το επικείμενο πεδίο των μαχών), με «καβάτζες» εκρηκτικών και όλον τον εξοπλισμό του επαναστάτη, κουκούλες, γάντια, στειλιάρια, βαριοπούλες, αντιασφυξιογόνες μάσκες, «κράχτης» αναρχοτουρισμού και «σκηνικό» σε κινηματογραφικές περιπέτειες, δηλαδή μια καθημερινότητα με όλα τα χαρακτηριστικά της διάρκειας. Μαζί με τις συνεχείς διαδηλώσεις, 4 με 12 ημερησίως, μία ακόμη κανονικότητα στην Αθήνα (11.000 από το 2010) και τις άλλες πόλεις (15.000), το μηδενιστικό παιχνίδι με τη φωτιά, ο παραλογισμός των μπάχαλων, της άρνησης της έννομης τάξης, του ανθρώπινου οικοδομήματος και εποικοδομήματος, έχει ενταχθεί στο «σύστημα», αφού δεν διασαλεύει πλέον τη ροή της ζωής, όπως κάθε πράξη βίας, αλλά μόνον των άμεσα εμπλεκομένων. Μάλιστα, οι ατιμώρητοι μικροί Νέρωνες ενίοτε λειτουργούν ως πρότυπα επιθετικότητας, καθώς η παραφροσύνη τους προβάλλεται περισσότερο από τους «στεναγμούς» των θυμάτων τους.

Με ευθύνη όλων που κάνουμε «νόμο» και «θεσμό» τον χειρότερο εαυτό μας. Κυρίως, όμως, με ευθύνη του κράτους, το οποίο αδυνατεί να πείσει ότι η αδικοπραξία δεν αποτελεί φυσιολογική συμπεριφορά και οι υπερβάσεις των ορίων, φυσική συνέπεια των κοινωνικών απογοητεύσεων. Και εμμένει στην ξεπερασμένη ερμηνεία ότι οι ταραξίες είναι παρουσία απαραίτητη σε κάθε εξουσία, αφού ενσαρκώνουν το κακό ενάντια στο οποίο εκείνη μετράει νίκες. Στην πραγματικότητα, μετράει ήττες, υποχωρήσεις (απόσυρση λεωφορειακών γραμμών από σημεία που καίγονται, νησίδες εκτόνωσης της βίας), «άβατα» και ένα πανταχού παρόν περιθώριο που προβαίνει αδιαλείπτως σε επίδειξη ισχύος.

Η καθημερινότητα της φωτιάς είναι μια από τις όψεις του κακοχτισμένου ελληνικού πλέγματος των θεσμών, αρχών, αντιλήψεών μας και της εμφανούς αδυναμίας να υπάρξει κράτος, σχέδιο, στόχευση. Και ο μηδενισμός όλο και διαχέεται στα βάθη και τις επιφάνειες της ζωής. Δεν είναι, απλώς, ένα ακόμη σύνηθες ξέσπασμα βίας. Είναι ένα ρεύμα που αφαιρεί, γενικά, νηφαλιότητα, λογική και νεύρο και προσθέτει οργή, αδράνεια και σύγχυση.