ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναζητώντας σταθερότητα

Ε​​πί έξι και πλέον έτη εκτυλίσσεται μία «τραγωδία» που αφορά τις σχέσεις της Ελλάδος με τους δανειστές της. Με αίσθημα βαθύτατης κοπώσεως και εμπαιγμού από τους ασκούντες την εξουσία σήμερα οι Ελληνες πολίτες παρακολουθούμε την τελευταία «τιτανομαχία» αξιολογήσεως της πορείας προσαρμογής μας στα ευρωπαϊκώς ισχύοντα.

Ασκοπο να ασχοληθεί κανείς με την υπεραισιόδοξη ανάγνωση των εξελίξεων από τον πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα· το έπραξαν οι προκάτοχοί του κατά το παρελθόν· την ιδία πρακτική θα ακολουθήσουν όσοι φιλοδοξούν να τον διαδεχθούν, στο μέλλον. Διαφεύγει προφανώς από τους ηγέτες μας ότι η Ελλάς ταινιοδρομεί επί εξαετία σε σταθερό μηχάνημα, αυταπατώμενη ότι κινείται προς τα εμπρός, προς έξοδο από την κρίση και άλλα αισιόδοξα παρόμοια. Το ενδιαφέρον και ίσως μοναδικό, ωστόσο, είναι ότι εις πείσμα όλων των δεινών και της διαρκούς διαψεύσεως προσδοκιών και εφήμερων ελπίδων, η Ελλάς είναι μία χώρα όπου το αίσθημα προσηλώσεως και η νομιμοφροσύνη προς το ευρωπαϊκό ιδεώδες κυριαρχούν με τρόπο απόλυτο, σε όλα τα κόμματα εκτός από τη Χρυσή Αυγή και το ΚΚΕ.

Δεν απειλεί πλέον η χώρα μας την ευρωπαϊκή τάξη πραγμάτων, από τη στιγμή που η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου ανεδέχθη, το 2010, την ευθύνη διασώσεως των εκτεθειμένων γαλλικών και γερμανικών τραπεζών στα ελληνικά τοξικά ομόλογα, ευαγγελιζόμενος τη διάσωση της Ελλάδος.

Δεν είναι παράδοξο, επίσης, ότι ο δρ Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που χρησιμοποίησε το τελευταίο Eurogroup ως μία εξέδρα προεκλογικής εκστρατείας για να απευθυνθεί στους οπαδούς των Χριστιανοδημοκρατών επανέφερε την απειλή εξόδου της Ελλάδος από το ευρώ, εάν δεν εφαρμοσθεί το πρόγραμμα διασώσεώς μας από την κρίση. Εκ του ασφαλούς αγορεύει πλέον ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας. Η πρόκληση προς το ευρωπαϊκό κατεστημένο προέρχεται από αλλού, και οι εξελίξεις στην Ιταλία και στην Αυστρία είναι κεφαλαιώδους σημασίας, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίσθηκαν με αναμενόμενη ελαφρότητα από τους ηγέτες της Ευρώπης. Αίσθημα «ανακουφίσεως» δημιούργησε η ανάδειξη του πρώην ηγέτη των Πρασίνων Βαν ντερ Μπέλεν στο προεδρικό αξίωμα της Αυστρίας. Το γεγονός ότι τα αυστριακά συστημικά κόμματα εξαφανίσθηκαν στην κυριολεξία δεν προβλημάτισε κανέναν· ούτε ότι ο υποψήφιος της νέας Δεξιάς, ο κ. Νόρμπερτ Χόφερ μαχόμενος εναντίον των πάντων εξασφάλισε περίπου το 47%. Ηταν τόσο μεγάλη η ανάγκη να προβληθεί η νίκη των φιλοευρωπαϊστών Αυστριακών, ώστε τα ουσιώδη αγνοήθηκαν.

Στην Ιταλία, η συντριβή του Ματέο Ρέντσι στο δημοψήφισμα της Κυριακής αντιμετωπίσθηκε από τους σκαπανείς της ευρωπαϊκής ενότητος περίπου ως επεισόδιο μιας opera buffa, άνευ πολιτικής βαρύτητος. Ούτως ή άλλως, το ευρωπαϊκό κατεστημένο κατάφερε να εκπαραθυρώσει έναν εκλεγμένο πρωθυπουργό, τον κ. Σίλβιο Μπερλουσκόνι, όπως συνέβη και με τον κ. Παπανδρέου στην Ελλάδα.

Στη Βρετανία τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα, διότι εκεί την έξοδο από την Ευρώπη, που υπερψηφίσθηκε στο δημοψήφισμα, ανέλαβε να φέρει εις πέρας η ηγέτις των Συντηρητικών κ. Τερέζα Μέι, την οποία εξουσιοδότησαν να διαχειρισθεί εν λευκώ την όλη διαδικασία και 461 βουλευτές έναντι μόνον 89. Με αυτά τα δεδομένα, και αναμένοντας τις εκλογές του προσεχούς Μαρτίου στη Γαλλία, το γεγονός ότι η Ελλάς αναζητεί τη σταθερότητα εντός ενός συστήματος κλυδωνιζόμενου και ασταθούς ηχεί ως μία ακόμη παραδοξότητα.