ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα ρήγματα βαθαίνουν

Μ​​ια σκηνή στον «Τιτανικό» με στοιχειώνει: όταν ο καπετάνιος και άλλοι αξιωματικοί και στελέχη της ιδιοκτήτριας εταιρείας σκύβουν πάνω από το σχεδιάγραμμα του πλοίου και μελετούν τη ρωγμή που υπέστη στη σύγκρουση με το παγόβουνο. Ενώ ο «Τιτανικός» πλέει ακόμη σταθερά και οι άλλοι ανυπομονούν να συνεχίσουν το ταξίδι, ο ναυπηγός Τόμας Αντριους διαπιστώνει το μέγεθος της ζημιάς και λέει: «Απ’ αυτή τη στιγμή, ό,τι κι αν κάνουμε, ο “Τιτανικός” θα χαθεί». Δεν είμαι ναυπηγός και η Ελλάδα δεν είναι πλοίο, αλλά σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, όπου οι συγκρίσεις με τον «Τιτανικό» δίνουν και παίρνουν, αναρωτιέμαι συνεχώς: πόσο μπορεί ο λαός να αντέξει πριν φθάσει στο σημείο χωρίς επιστροφή; Γενικώς αισιοδοξώ, βλέποντας ανθρώπους μικρούς και μεγάλους, ταλαντούχους και φιλότιμους, να προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα, και πιστεύω ότι στο τέλος θα τα καταφέρουμε. Αλλες φορές, αναρωτιέμαι αν βυθιζόμαστε ήδη – και κρατάμε την αναπνοή μας με την ελπίδα ότι ή θα βγούμε πάλι στην επιφάνεια ή θα μάθουμε να ζούμε στον βυθό.

Τις τελευταίες ημέρες είναι δύσκολο να αισιοδοξεί κανείς, όταν ολοένα περισσότερα στοιχεία δείχνουν το μέγεθος της ζημιάς που η χώρα έχει υποστεί. Την εβδομάδα που μας πέρασε, η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του περυσινού διαγωνισμού PISA του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) έδειξε ότι οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών πέφτουν συνεχώς. Μεταξύ 15χρονων μαθητών 72 χωρών, τα Ελληνόπουλα κατατάσσονται στην 41η θέση όσον αφορά την κατανόηση κειμένου και στην 43η στα Μαθηματικά και τις Φυσικές Επιστήμες – πολύ κάτω από τον μέσο όρο.

Επίσης, η τελευταία έκθεση του ιδρύματος Bertelsmann για την κοινωνική δικαιοσύνη κατατάσσει την Ελλάδα στην τελευταία θέση μεταξύ των 28 χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τη χώρα μας να βρίσκεται στην τελευταία πεντάδα και στις έξι κατηγορίες που σχηματίζουν τον δείκτη: τη διαγενεακή δικαιοσύνη (28η θέση)· την πρόσβαση στην αγορά εργασίας (28η)· την υγεία (26η)· την πρόληψη της φτώχειας· τα ίσα δικαιώματα στην εκπαίδευση (24η)· την κοινωνική συνοχή και την αποχή διακρίσεων (24η). (Ρεπορτάζ της Ρούλας Σαλούρου στην Οικονομική Κ, σελ. 2). Για το ζήτημα της «διαγενεακής δικαιοσύνης», η έκθεση σημειώνει: «Η χώρα είναι μια από τις “γηραιότερες” στην Ε.Ε. και έχει και το υψηλότερο δημόσιο χρέος (178,4% του ΑΕΠ). Ενώ τα ελλείμματα του προϋπολογισμού έχουν μειωθεί μέσω της εφαρμογής σκληρών μέτρων λιτότητας, το ύψος του χρέους παραμένει τρομακτικά υψηλό. Τα δημοσιονομικά βάρη για τους σημερινούς νέους και για τις επόμενες γενιές είναι τεράστια. Την ίδια ώρα, οι επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη – απαραίτητες για μελλοντική ανάταξη – είναι πολύ χαμηλές (0,8% του ΑΕΠ)».

Η έκθεση Bertelsmann υπογραμμίζει ότι «η κρίση είχε ολέθριες επιπτώσεις στη φτώχεια και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Τα μέτρα της συμφωνίας διάσωσης επιδείνωσαν προϋπάρχοντα κοινωνικά προβλήματα». Προσθέτει: «Μια εύρωστη και κοινωνικά δίκαιη οικονομία απαιτεί υψηλούς δείκτες εργασίας σε καλές, καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η Ελλάδα, όμως, πέφτει πολύ κάτω από τον πήχυ». Επίσης: «Οι πολιτικές αποτυγχάνουν να εξασφαλίσουν επαρκώς την κοινωνική συνοχή και την αποχή διακρίσεων». Η κρίση έχει επιδεινώσει όλα τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά οφείλουμε να δούμε και τις αδυναμίες που υπήρχαν πριν και οι οποίες δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς από καμία κυβέρνηση. Σε έκθεσή του το 2014, ο ΟΟΣΑ είχε σημειώσει ότι η Ελλάδα ήταν απροετοίμαστη για την κρίση και ότι η κατάσταση χειροτέρεψε δραματικά μέσα στα χρόνια της οικονομικής συρρίκνωσης. Υπογράμμισε, μάλιστα, μια μεγάλη κοινωνική αδικία: οι πλουσιότεροι απολάμβαναν περισσότερη στήριξη από τις κοινωνικές υπηρεσίες απ’ ό,τι αυτοί που την είχαν περισσότερο ανάγκη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το 2010 το 30% του πληθυσμού που απετελείτο από τις φτωχότερες οικογένειες ελάμβανε 66% των κοινωνικών πόρων σε σύγκριση με τη μέση οικογένεια, ενώ το ανώτερο 30% του πληθυσμού ελάμβανε 32% πάνω από τον μέσον όρο.

Η αδικία είναι δομικό στοιχείο της κοινωνίας μας· πάντα κάποιοι κερδίζουν εις βάρος του συνόλου. Η φοροδιαφυγή και η ανεπάρκεια των δημόσιων υπηρεσιών (όπως οι συγκοινωνίες) ήταν πάντα σε βάρος των φτωχών, των εργαζομένων, των συνταξιούχων. Οι περικοπές στις δαπάνες, οι ολοένα υψηλότεροι φόροι και το κόστος που προκαλούν βάνδαλοι και τζαμπατζήδες πάντα επιβαρύνουν τους ασθενέστερους. Πώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι τα ρήγματα στην κοινωνία δεν θέτουν σε κίνδυνο το μέλλον, όταν τα προβλήματα επιδεινώνονται συνεχώς, όταν οι νέοι φεύγουν ή μένουν άνεργοι, όταν δεν επενδύουμε στην εκπαίδευση και την έρευνα; Μελετά κανείς τους χάρτες για να αποφύγουμε τα χειρότερα; Γνωρίζουν αυτοί που βρίσκονται στη γέφυρα πού είμαστε και ποιες οι ευθύνες τους;