ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι «neocons» του ΣΥΡΙΖΑ

Οι «neocons» του ΣΥΡΙΖΑ

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ακόμη και τώρα ο Νίκος Παρασκευόπουλος, ο τ. υπουργός Δικαιοσύνης, παλεύει να καταλάβει γιατί ενόχλησαν τόσο πολύ οι απόψεις που παρουσίασε σε συνέντευξη του την Κυριακή. Τιμά την ελληνική σημαία, δηλώνει, πιστεύει όμως ότι καλό είναι να αποποινικοποιηθεί το κάψιμό της· άλλωστε, πιστεύει ότι «η ηθικοκοινωνική αποδοκιμασία των προσβολών της θα είναι πολύ πιο αποτελεσματική». Επίσης συμφωνεί με την ήπια αντιμετώπιση των αναρχικών: «Αν ήταν σκληρότερη θα ήταν σκληρότερα και τα επεισόδια», λέει, υπονοώντας ότι όσο ηπιότερη είναι η Αστυνομία τόσο ηπιότεροι θα γίνονται και οι βάνδαλοι, ώσπου κάποια στιγμή, χωρίς στολές οι αστυνομικοί, χωρίς κουκούλες και μολότοφ οι αναρχικοί, ντυμένοι με πέπλα στολισμένα με ανοιξιάτικους ανθούς, θα χορεύουν αγκαλιασμένοι, με υπόκρουση «Let the sun shine» από το «Hair». Τέλος, σχολιάζοντας την πρόσφατη εκδρομή στο Καστελλόριζο, που έγινε για τη σύσφιγξη σχέσεων μεταξύ βετεράνων της πλατείας Συντάγματος, ο τέως υπουργός κρίνει ότι, αν η Χρυσή Αυγή κάνει βήματα για εκδημοκρατισμό, πρέπει να στηριχθεί από το πολιτικό σύστημα.

Το εξοργιστικό με την περίπτωση Παρασκευόπουλου δεν είναι η παντελής απουσία πραγματισμού, αλλά ότι πηγαίνει και ένα βήμα παρακάτω· δηλαδή εξιδανικεύει τον ιδεαλισμό, με την κοινή έννοια του όρου. Οπως συμβαίνει και με πολλούς άλλους ομοϊδεάτες του, ο τ. υπουργός Δικαιοσύνης συγχέει το κάλλος των αξιών που ενστερνίζεται με τη δύναμή τους. Πιστεύει ότι αρκεί να λάμψουν αυτές οι αξίες· το φως τους θα καταυγάσει τα σκότη στις ψυχές των ανθρώπων και ο κόσμος θα γίνει καλύτερος. (Για τον λόγο αυτό, φαντάζομαι ότι έβγαλε από τη φυλακή τον περιβόητο Στεφανάκο…) Τέτοια αφέλεια, όμως, δεν περιορίζεται στην καθ’ ημάς Αριστερά. Χαρακτήριζε τους λεγόμενους νεοσυντηρητικούς ή «neocons» που επικρατούσαν στην κυβέρνηση του Μπους του νεότερου. Ολους εκείνους σαν τον Γούλφοβιτς και τον Μπρέμερ, που νόμιζαν ότι η δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός μεταφυτεύονται σε χώρες και πολιτισμούς χωρίς καμία σχετική παράδοση. Τις επιπτώσεις της βλακείας τους –την οποία εκμεταλλεύθηκαν οι πονηροί σαν τον αντιπρόεδρο Τσένι για να προωθήσουν φιλικές εταιρείες στην ανοικοδόμηση του Ιρακ– ακόμη τις υφίσταται ο κόσμος.

Δεν γνωρίζω προσωπικώς τον Ν. Παρασκευόπουλο και, ούτως ή άλλως, δεν είμαι άνθρωπος που κάνει τέτοια πράγματα. Το λέω μόνο για τους οικείους του, ότι πρέπει να τον προσέξουν διότι είναι το ιδεώδες θύμα για να του πάρει κάποιος δανεικά κι αγύριστα…

Νίκη με 2-0

Το τελικό σκορ της αναμέτρησης Μπομπ Ντίλαν και Σουηδικής Ακαδημίας ήταν ένα καθαρό 2-0 υπέρ του πρώτου. Η υπόθεση αυτή, που τόσο σκανδάλισε τους φιλολογούντες μετ’ ακριβείας και άνευ ευτελείας, ήταν απλή εξαρχής: η Ακαδημία επέλεξε τον Ντίλαν για το Νομπέλ Λογοτεχνίας με πρόδηλο τον σκοπό να φρεσκάρει τον θεσμό του βραβείου και να προκαλέσει το ενδιαφέρον και νεότερων γενεών. Ποιος άλλος καλύτερος για τον σκοπό αυτό από τον Ντίλαν;

Πράγματι, υπό μία προϋπόθεση όμως: ότι ο Ντίλαν θα έβγαινε να υποστηρίξει τη βράβευσή του. Ελα όμως που ο Ντίλαν δεν είναι κορόιδο ούτε και ήταν ποτέ. Γι’ αυτό η τέχνη του επέζησε από διάφορους κινδύνους: από τη λεγόμενη Νέα Αριστερά στις ΗΠΑ, που τον θεωρούσε σχεδόν ιδιοκτησία της, μέχρι τον χριστιανισμό, καθώς είχε περάσει και μια φάση «born again». Γιατί, λοιπόν, να βγει και να υποστηρίξει τη βράβευσή του; Οι άλλοι αποφάσισαν να τον βραβεύσουν, εκείνος απλώς δεν είχε αντίρρηση. Θα ήταν αναξιοπρεπές για την πορεία του όλα αυτά τα χρόνια, αν έβγαινε να υπερασπισθεί τη βράβευση, διότι θα ισοδυναμούσε με υπεράσπιση του έργου του. Κάτι τέτοιο θα ταίριαζε περισσότερο σε κάποιον πολύ ανασφαλή για την τέχνη του, π.χ., στον Μίκη Θεοδωράκη, όχι όμως στον Ντίλαν.

Το 1-0, λοιπόν, το πέτυχε με τη σιωπή του, αρνούμενος επί μακρόν να σχολιάσει την ανακοίνωση της βράβευσης. Το 2-0 σημειώθηκε με την απουσία του κατά την απονομή. Οσο για το χιούμορ του, αυτό επιβεβαιώθηκε με την εκπρόσωπο που έστειλε στη Σουηδία, την Πάτι Σμιθ. Πρώτον, επειδή και η Σμιθ, όπως και ο Ντίλαν, δεν τραγουδάει ακριβώς, αλλά μάλλον γκαρίζει με κάποια μουσικότητα – τώρα μάλιστα στα γεράματα έχει γίνει ακόμη χειρότερη. Δεύτερον, επειδή από την όψη της Σμιθ δεν καταλαβαίνεις αμέσως περί τίνος πρόκειται: είναι γέρος αυτός που βλέπω ή γριά; Βλέπεις ένα ιδιαιτέρως λιπόσαρκο ον, απροσδιορίστου φύλου εκ πρώτης όψεως και με πεθαμένο μαλλί· δηλαδή, έναν ερζάτς Ντίλαν. Με δύο λέξεις, τους δούλεψε.

Τι είπε!

Ω ψυχούλα μου και καρδούλα μου – διότι τόσο σοβαρά είναι τα πράγματα. Τι ήταν αυτό που είπε! Ευρισκόμενος στο Παρίσι για επίσημη επίσκεψη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε συνέντευξη που έδωσε, αναγνώρισε για πρώτη φορά τις ευθύνες των κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή στη χρεοκοπία. Είπε, συγκεκριμένα, ότι το 2010 ήταν «απαραίτητο» να τεθεί η ελληνική οικονομία υπό επιτροπεία «για να παταχθεί η κακοδιαχείριση των δημοσίων οικονομικών από παλαιότερες πολιτικές». Αναφέρεται, βεβαία, σε πολιτικές και όχι σε κυβερνήσεις. Αλλά αυτό δεν είναι παρά μια μετωνυμία, διότι τις πολιτικές τις εκπονούν και τις εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις. Επίσης χρησιμοποιεί τον πληθυντικό (παλαιότερες πολιτικές) και, άρα, αναφέρεται και στις κυβερνήσεις προ ΓΑΠ. Η αναγνώριση είναι ελαφρώς συγκεκαλυμμένη, γίνεται, όμως, μετά λόγου γνώσεως, δεδομένου ότι ο ίδιος ήταν ο κορυφαίος υπουργός των κυβερνήσεων εκείνων…